tasosbarmpas

Archive for the ‘Media’ Category

Του Τάσου Α. Μπάρμπα*

Η τηλεόραση από τα πρώτα της βήματα μέχρι και σήμερα, την εποχή των νέων τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας, αποτελεί ακόμη –παρά τις αντίθετες προβλέψεις– το πιο ισχυρό και δημοφιλές Μέσο Μαζικής Επικοινωνίας. Κι αυτό γιατί, σε σχέση με τα άλλα νέα Μέσα (π.χ. το διαδίκτυο), έχει τη δυνατότητα να αξιοποιεί μια σειρά από συγκριτικά πλεονεκτήματα που διαθέτει λόγω της προύπαρξής της και τα οποία της επιτρέπουν προς το παρόν να υπερτερεί. Ενδεικτικά, αρκεί να πούμε ότι, όλοι διαθέτουν τηλεόραση ή μπορούν να έχουν πρόσβαση με κάποιον τρόπο σε αυτήν, όλοι κατανοούν τη γλώσσα της –ή αλλιώς η τηλεόραση στη διαδρομή της έχει καταφέρει να εκπαιδεύσει στη (οπτική) της γλώσσα όλους εκείνους που την παρακολουθούν–, όλοι ξέρουν πώς να τη χρησιμοποιούν και, κυρίως, μπορεί να «πουλά» τα πάντα: οι άνθρωποι απευθύνονται σε αυτή για όλες τους τις ανάγκες (πληροφόρηση, ψυχαγωγία, θρησκεία κτλ.).

Ωστόσο, η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και οι δραματικές αλλαγές που προμηνύει για το μέλλον η εμφάνισή τους στο χάρτη της επικοινωνίας δεν την αφήνει καθόλου αδιάφορη. Αντιθέτως, την οδηγεί σε μια εντατική προσπάθεια που στόχο έχει από τη μια πλευρά τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της και από την άλλη τον ακόμα μεγαλύτερο έλεγχο του κοινού της εντείνοντας έτσι τη μαζικοποίησή του. Στο πλαίσιο αυτών των επιλογών της, η τηλεόραση, εστιάζει σήμερα σχεδόν αποκλειστικά στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα που είναι πιο δεκτικά στους σχεδιασμούς της και τα οποία υπήρξαν πάντοτε η βάση της, μετατρέποντας το σύνολο σχεδόν του προγράμματός της σε μια ελαφριά και φθηνή (ως προς την παραγωγή της) ψυχαγωγία. Απορρίπτει έτσι ή ανασχεδιάζει και τις τελευταίες λίγες «ποιοτικές» εκπομπές της, οι οποίες της έδιναν μέχρι τώρα όχι μόνο ένα ένα άλλοθι πολιτισμού, αντικειμενικότητας ή ουσιαστικής προσφοράς αλλά και ένα αντιστάθμισμα στην ανελέητη κριτική που δέχεται από τη γέννησή της.

Στο νέο αυτόν απόλυτα ψυχαγωγικό  προσανατολισμό της τηλεόρασης, αποδέκτης στην άλλη άκρη, στον καναπέ του σπιτιού του, βρίσκεται κι αυτή τη φορά, πιστός, ο μέσος (τηλε)θεατής, ο οποίος, μη διαθέτοντας τη γνώση (και συνεπώς τη δυνατότητα) να αναγνωρίσει τις συμβάσεις και τους κώδικες της, τις οπτικές κατασκευές της και τη σχέση τους με την πραγματικότητα, μένει σήμερα περισσότερο από ποτέ αβοήθητος στις μεθοδεύσεις της «μαγικής» του οθόνης. Ταλαντευόμενος ανάμεσα στους φόβους και τις επιθυμίες που τόσο «αθόρυβα» η τηλεόραση τού καλλιεργεί, καταλήγει τελικά να πιστεύει και συχνά να προσδοκά για τον εαυτό του αυτόν τον τηλεοπτικό κόσμο που του παρουσιάζεται καθημερινά και ο οποίος, δυστυχώς, στην τελευταία σύγχρονη εκδοχή του, όχι μόνο τείνει να αγγίξει την επιστημονική φαντασία, αλλά, το κυριότερο, αποδεικνύει ότι η τηλεόραση ως Μέσο έχει ξεπεράσει πια και τα τελευταία όρια της ηθικής ευθύνης απέναντί στο κοινό της.

Στο πλαίσιο αυτής της διαπίστωσης, αξίζει ίσως μια (ακόμη) συνοπτική και συνολική αποδομητική ματιά στον τρόπο που η τηλεόραση λειτουργεί, στη γλώσσα που χρησιμοποιεί, στον τρόπο που σχεδιάζει και παρουσιάζει τις εικόνες της και τη σχέση της με την πραγματικότητα.

 Η τηλεόραση και οι «διαχειριστές» της

Αν και συχνά η κριτική μας για την τηλεόραση απευθύνεται με έναν αόριστο τρόπο στη συσκευή που όλοι έχουμε στα σπίτια μας, ωστόσο δεν θα διαφωνήσει κανείς με την απλοϊκή διαπίστωση ότι δεν αποφασίζει η ίδια για το περιεχόμενο και την ποιότητα των προγραμμάτων που μας μεταδίδει.  Πίσω από αυτό το «κουτί με τις εικόνες», το «βρόμικο», το «ενοχλητικό», μαζί με μια σειρά από άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς που κατά καιρούς το έχουν προσδώσει οι επικριτές του, εκτός από ένα σύνθετο τηλεπικοινωνιακό σύστημα που υποστηρίζει τεχνικά και διαμορφώνει τελικά ένα Μέσο επικοινωνίας με τεράστιες δυνατότητες, υπήρχαν πάντοτε κάποιοι που αποφάσιζαν για τη χρήση και την αξιοποίησή του και οι οι οποίοι με τις επιλογές τους διαμόρφωσαν στη διάρκεια του χρόνου και τη φυσιογνωμία του: εκείνοι που το κατέχουν.

Από τα πρώτα κιόλας βήματα της τηλεόρασης ήταν περισσότερο από εμφανή δύο βασικά της χαρακτηριστικά: η απεριόριστη δύναμή της και οι οικονομικές της απαιτήσεις ως προς τη λειτουργία της. Δεν μπορούσε τότε, αλλά ούτε και σήμερα να κατέχει και να ελέγχει έναν τηλεοπτικό σταθμό όποιος απλά το επιθυμούσε. Το δαπανηρό κόστος λειτουργίας τής τηλεόρασης αλλά και η διαφαινόμενη υπόσχεσή της για επιρροή σε όλα τα πεδία θα την  οδηγήσουν σταδιακά, εκτός από το κράτος, που θα την «χρησιμοποιήσει» διαχρονικά με ποικίλους τρόπους, στα χέρια εκείνων που είχαν και το κίνητρο και τη δυνατότητα να την ελέγχουν: τις εταιρίες και τους μετόχους τους.

Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ήταν η τηλεόραση ως μια επιχειρηματική επένδυση να θέσει στην ατζέντα της, πάνω και πριν από όλα, έναν και μόνο κυρίαρχο στόχο για τους «διαχειριστές» της: το κέρδος. Οργανώνοντας τη λειτουργία και τη φυσιογνωμία της γύρω από αυτό το κίνητρο, θα αναπτύξει την κατάλληλη γλώσσα και θα επιλέξει από πολύ νωρίς το βασικό κοινό που θα απευθυνθεί: τη μάζα, τα χαμηλά μορφωτικά και κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά της οποίας θα την καθιστούσαν πιστό σύμμαχο στην πορεία της, ευάλωτη και χειραγωγήσιμη σε κάθε τύπου εικόνες που θα επιχειρούσε να της πουλήσει. Εικόνες που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έπρεπε να κρατήσουν όσο το δυνατό περισσότερο την τηλεόραση ανοιχτή και τους (τηλε)θεατές μπροστά από αυτήν καθηλωμένους στον καναπέ τους, περιμένοντας ανυπόμονα τις καταναλωτικές «οδηγίες» και «ευκαιρίες» της ημέρας.

Τηλεόραση και διαφήμιση

Οι πιο σημαντικές εικόνες για την τηλεόραση υπήρξαν πάντοτε οι διαφημιστικές εικόνες. Κι αυτό γιατί είναι οι μόνες που που πάνω και πριν από όλα επιθυμεί να «πουλήσει» στο κοινό της: της αποδίδουν οικονομικά, χρηματοδοτούν την ύπαρξή της και αυξάνουν κατά πολύ τα κέρδη της. Η τηλεόραση θα συνδέσει έτσι από νωρίς την επιβίωση αλλά και την κερδοφορία της με τη διαφήμιση, ενώ όροι όπως χορηγοί, διαφημίσεις, διαφημιστές, τηλεθέαση, τηλεμέτρηση κ.ά. θα ενσωματωθούν γρήγορα στο λεξιλόγιο της αποτελώντας πλέον κυριολεκτικά την πεμπτουσία της.

Το γεγονός αυτό όχι μόνο θα δώσει γρήγορα ώθηση στην ανάπτυξη μια τεράστιας διαφημιστικής βιομηχανίας, αλλά θα λειτουργήσει καθοριστικά και στην διαμόρφωση της φιλοσοφίας της λειτουργίας της τηλεόρασης. Ο σχεδιασμός του προγράμματός της στο σύνολό του, οι επιλογές των εικόνων και ο τρόπος προβολής τους, η γλώσσα, οι κώδικες και οι συμβάσεις που θα αναπτύξει και θα χρησιμοποιεί, όλα θα προσαρμοστούν στους όρους της αγοράς. Όσο μεγαλύτερο το κοινό που την παρακολουθεί τόσο μεγαλύτερο το καταναλωτικό κοινό που θα παρουσιάσουν τα προϊόντα τους οι διαφημιστές. Έτσι, η τηλεόραση πουλά ακριβά τον τηλεοπτικό της χρόνο για διαφήμιση και οι διαφημιστές απευθυνόμενοι σε ένα μεγάλο κοινό μπορούν να προσδοκούν αντίστοιχα μεγέθη γα τις πωλήσεις τους.

Αυτή η οικονομική αλληλεξάρτηση θα οδηγήσει την τηλεοπτική και τη διαφημιστική βιομηχανία σε μια επιτυχημένη και στενή συνεργασία.  Με κοινό στόχο την αύξηση των κερδών τους θα αξιοποιήσουν η μία την άλλη και θα εργαστούν συστηματικά και επι δεκαετίες χειραγωγώντας και εκπαιδεύοντας το τηλεοπτικό κοινό έτσι ώστε να σκέφτεται, να αντιλαμβάνεται και να επιθυμεί τον κόσμο με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Αξιοποιώντας τη δύναμη της εικόνας που προσφέρει η τηλεόραση, η βιομηχανία της διαφήμισης θα ξοδέψει δισεκατομμύρια και θα χρησιμοποιήσει τα πιο δημιουργικά μυαλά της αγοράς για να το μηύσει και να το εθίσει σε μια οπτική διαφημιστική γλώσσα που οργανώνεται γύρω από τις επιθυμίες και η οποία υπόσχεται διαρκώς να αλλάξει τη βαρετή και μονότονη, όπως υπονοεί, ζωή του με μοναδικό αντίτιμο την τιμή του προϊόντος που του προτείνει κάθε φορά να αγοράσει.  Κατασκευάζοντας, η διαφήμιση, έναν αληθοφανή τηλεοπτικό κόσμο με τους δικούς της όρους, γοητευτικό, γεμάτο ψευδαισθήσεις, θα επιδιώξει επίμονα να αποσπάσει την προσοχή των (τηλε)θεατών, να τους παρασύρει και τελικά να τους μετατρέψει σε ανεγκέφαλους καταναλωτές προϊόντων που δεν χρειάζονται.

Αποτέλεμα αυτής της τηλεοπτικής διαφημιστικής πρακτικής και γλώσσας είναι να έχουμε σήμερα τη διαμόρφωση ανθρώπων οι οποίοι, επηρεασμένοι κυρίως από τη «μαγική» τους οθόνη (και όχι μόνο), με έναν εγκέφαλο γεμάτο από λογότυπα εταιριών, καθένα από τα οποία είναι συνδεδεμένο με «υψηλές» αξίες της εποχής όπως, κοινωνική καταξίωση, πλούτο, στυλ κτλ., καταλήγουν τελικά να απομονώνται και να αποπροσανατολίζονται από τις πραγματικές τους ανάγκες, από όλα εκείνα που έχουν πραγματικά αξία στη ζωή τους και να αναζητούν εναγωνίως τρόπους για να αποκτήσουν πράγματα και χαρακτηριστικά που δεν τους είναι απαραίτητα ούτε για τη επιβίωσή τους ούτε για την ευτυχία τους.

Τηλεόραση και πραγματικότητα

Την τηλεόραση δεν την ενδιέφερε ποτέ το πραγματικό και το συνηθισμένο που αρκετές φορές είναι και βαρετό, αλλά το σπάνιο και το διαφορετικό. Και αυτές τις προσδοκίες θα καλλιεργήσει επί δεκαετίες και στους (τηλε)θεατές της: κανείς δεν ανοίγει την τηλεόρασή του για να παρακολουθήσει εικόνες όπου δεν συμβαίνει τίποτα. Ως αποτέλεσμα αυτής της «οπτικής» της, άμεσα συνδεδεμένης με την οικονομική της φυσιογνωμία,  η τηλεόραση θα εντρυφήσει στο πραγματικισμό (realism). Οι εικόνες της μοιάζουν αληθινές, αλλά δεν είναι. Κι αυτο γιατί παρόλο που επιλέγει ή σχεδιάζει εικόνες της πραγματικής ζωής, γεγονός που της εξασφαλιζει την επιθυμητή αληθοφάνεια, τελικά τις «συντάσσει» με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε αυτά που μας περιγράφει σπάνια θα τα δουμε να συμβαίνουν γύρω μας όπως μας τα αφηγείται. Η τηλεοπτική απεικόνιση του κόσμου είναι κατασκευασμένη και τεχνητή.

Το παράδειγμα μιας οποιασδήποτε τηλεοπτικής σειράς μπορεί να είναι κατατοπιστικό. Οι πρωταγωνιστές της εκεί, στο πλαίσιο ενός και μόνο επεισοδίου, τους παρακακολουθούμε να ζούνε τον απόλυτο έρωτα, την προδοσία, το μίσος, τη χαρά, την απελπισία, το θάνατο, τη δράση, το μυστήριο και άλλα πολλά: μια καθημερινότητα από την οποία απουσιάζει οτιδήποτε «βαρετό» και στην οποία οι ανατροπές, το συναίσθημα και η ένταση αποτελούν όλα μαζί αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινότητάς τους. Ωστόσο, αν και οι οι παραπάνω αναφορές, αν τις δούμε μεμονωμένα, αφορούν εικόνες που αναφέρονται σε γεγονότα υπαρκτά, που συμβαίνουν, ωστόσο η τηλεοπτική «σύνθεσή» τους διαμορφώνει τελικά μια καθημερινότητά που πολύ σπάνια θα συναντήσουμε με αυτούς τους όρους στην πραγματική ζωή.

Η παράπανω «ασυμβατότητα» ανάμεσα στις εικόνες της τηλεόρασης και τις εικόνες της πραγματικής ζωής δεν οφείλεται φυσικά σε κάποια τεχνολογική αδυναμία του Μέσου να περιγράψει την τελευταία. Η απάντηση βρίσκεται στην οικονομική ατζέντα της τηλεόρασης και στη διαρκή της προσπάθεια για περισσότερους τηλεθεατές, περισσότερες διαφημίσεις και περισσότερο κέρδος. Οι τηλεοπτικές ειδήσεις, οι σειρές, οι εκπομπές κάθε τύπου, και κυρίως οι διαφημίσεις, όλες σχεδιάζονται ώστε οι εικόνες τους να κερδίσουν την προσοχή και τη συναίνεσή του τηλεοπτικού κοινού ως προς την ύπαρξη και την αλήθεια τους.  Έτσι, με βάση αυτόν τον κυρίαρχο προσανατολισμό, η τηλεόραση τελικά απεικονίζει και «πουλά» εναν κόσμο που μοιάζει πραγματικός (αλλά δεν είναι), που οι (τηλε) θεατές απολαμβάνουν για «χάρη του» χωρίς να τον συγκρίνουν, που είναι πάντοτε καλύτερος και πιο ενδιαφέρον από τη δύσκολη καθημερινότητά τους, και τον οποίο, συχνά, παρασυρόμενοι από την αληθοφάνεια του και αγνοώντας τον τρόπο της τεχνητής κατασκευής του, πολλοί είναι εκείνοι που αρχίζουν να τον επιθυμούν και πολύ χειρότερα να τον επιδιώκουν.

 Ζωή σαν τηλεόραση

Σήμερα η τηλεόραση έχει καταφέρει να αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της καθημερινής μας ζωής. Έχοντας επιβάλλει τους κώδικές της σε όλα τα πεδία (δημοσιογραφικό, πολιτικό, πολιτιστικό, κοινωνικό, επιστημονικό, ακόμα και αυτό της δικαιοσύνης), μπορεί να «πουλά» τα πάντα, να βρίσκεται στην «καρδιά» της εξουσίας και να απεικονίζει τον κόσμο με τους δικούς της όρους.

Η επιρροή της είναι ισχυρή. Αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι ένα μικρό παιδί σε ηλικία 3 ετών αρχίζει να βλέπει τηλεόραση τρεις ώρες την ημέρα, έχουμε πλέον τη διαμόρφωση ανθρώπων που αποκτούν την εικόνα του κόσμου από αυτήν και πιστεύουν μόνο αυτά που βλέπουν στην «μαγική» τους οθόνη. Τελικό αποτέλεσμα είναι να ζούμε πλέον σε μια καθημερινότητα όπου οι περισσότεροι γύρω μας (κυρίως οι νεώτεροι σε ηλικία), εθισμένοι και συγκρινόμενοι με μια τηλεοπτική αντίληψη του κόσμου που υπονοεί ότι όλοι μπορούν να ζήσουν το απόλυτο όνειρο για δόξα και αναγνωρισιμότητα,  απογοητευμένοι και μελαγχολικοί από τη ζωή τους για όλα εκείνα που δεν τους συμβαίνουν και τους εγκλωβίζουν «άδικα» σε μια αδιάφορη ζωή, περιφέρονται, συμπεριφέρονται και μοιάζουν (εκπληκτικά) με εν δυνάμει τηλεοπτικούς ήρωες, αναμένοντας για τον ευατό τους το μέλλον «που τους αξίζει».

Εν τω μεταξύ, προσδοκώντας την λυτρωτική «αναβάθμισή» τους, απομονωμένοι και αφοσιωμένοι στον κυρίαρχο στόχο τους, συνεισφέρουν με τις επιλογές τους χωρίς ίσως να το καταλαβαίνουν σε μια καθημερινότητα «τηλεοπτικής προσομοίωσης». Μια καθημερινότητα στην οποία κυριαρχεί η ανασφάλεια, η καχυποψία, ο ατομικισμός, το χρήμα, ο καταναλωτισμός και πάνω από όλα η «όμορφη» εικόνα. Μια καθημερινότητα όμως από την οποία, δυστυχώς, φαίνεται να λείπει όλο και περισσότερο η ανθρώπινη επικοινωνία και μαζί με αυτήν κάτι εξαιρετικά σημαντικό: η χαρά. Και χωρίς χαρά δεν υπάρχει ούτε ζωή ούτε ελπίδα …

* Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ” (www.eleftheria.gr), 15/04/2007, Αρ. Φύλλου 29909, σ.16

Advertisements

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 2 other followers

Archives

Twitter Updates

Blog Stats

  • 1,447 hits
October 2017
M T W T F S S
« Jan    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  
Follow me on ResearchGate