tasosbarmpas

Archive for the ‘Άρθρα σε εφημερίδες’ Category

Του Τάσου Α. Μπάρμπα*

Στη σύγχρονη κοινωνία, η ανάπτυξη της τηλεόρασης, και ειδικότερα στη χώρα μας, τα τελευταία χρόνια, μέσω της δημιουργίας ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών και της διαθεσιμότητας δορυφορικών συνδρομητικών καναλιών, η μεγάλη αύξηση των εντύπων κάθε μορφής, η εμφάνιση και η ευρεία διάδοση του Ίντερνετ, των ηλεκτρονικών υπολογιστών, των πολυμέσων αλλά και των κινητών τηλεφώνων, έχουν συμβάλει ώστε να έχουμε μια τεράστια παραγωγή και χρήση εικόνων, καθιστώντας τον οπτικό κώδικα κυρίαρχο στη σύγχρονη επικοινωνία. Ποτέ άλλοτε, σε κανένα τύπο κοινωνίας, δεν υπήρξε τέτοια συμπύκνωση οπτικών κειμένων. Καθημερινά, ο καθένας από εμάς, έρχεται σε επαφή με εκατοντάδες εικόνες, μέσα από τις διαφημιστικές ταμπέλες, τις εφημερίδες, τα περιοδικά, την τηλεόραση, το διαδίκτυο κ.ά.. Η σύγχρονη επικοινωνία είναι πλέον πολυτροπική και ο οπτικός κώδικας συνυπάρχει σήμερα σε μεγάλο βαθμό με το γλωσσικό.

Σε ποιο βαθμό όμως, ως θεατές και χρήστες αυτών των εικόνων, έχουμε τη δυνατότητα να τις διαβάζουμε και να τις αποκωδικοποιούμε; Πόσο είμαστε ικανοί να αντιλαμβανόμαστε την τεχνητή κατασκευή τους, τους τρόπους με τους οποίους επιδιώκουν κάθε φορά την επίτευξή των στόχων τους;

Σήμερα, στην Ελλάδα, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η πλειοψηφία των πολιτών παραμένουν οπτικά αναλφάβητοι, μια πραγματικότητα που τους καθιστά κυριολεκτικά μόνους και αβοήθητους, έναν εύκολο στόχο για κάθε οικονομικό και εμπορικό οργανισμό που επιδιώκει το κέρδος. Μόνους και αβοήθητους απέναντι σε κάθε τύπου εικόνες, κάθε Μέσου, που επιδιώκουν συστηματικά να χαρακτηρίζουν τη ζωή τους ως ανεπαρκή, έτσι ώστε να τους πουλήσουν ένα καλύτερο μέλλον «που τους αξίζει», δημιουργώντας τους ανάγκες και επιθυμίες που δεν τους είναι ούτε χρήσιμες ούτε σημαντικές, αναδιαμορφώνοντας συνεχώς και με γενικούς όρους τα κριτήρια που καθιστούν μια ζωή ονειρεμένη και επιθυμητή, μεγενθύνοντας τους φόβους και τις ανασφάλειές τους, δημιουργώντας τους τελικά μια αίσθηση του ανικανοποίητου για τη ζωή που ζούνε, τους στόχους που θέτουνε, τα όνειρα που διαμορφώνουνε.

Το είδος της οπτικής επικοινωνίας που παράγεται σήμερα από όλα τα Μέσα και η ποιότητά της, οι επιλογές δηλαδή των εικόνων, η ποσότητα και ο τρόπος που χρησιμοποιούνται κάθε φορά δεν είναι τυχαίος. Κάθε Μέσο, προσεκτικά, επιλέγει, οργανώνει και χρησιμοποιεί τις κατάλληλες εικόνες με βάση τα χαρακτηριστικά του κοινού στο οποίο επιθυμεί να απευθυνθεί, αξιολογώντας συνεχώς τα επικοινωνιακά χαρακτηριστικά του τελευταίου. Για παράδειγμα, εύκολα μπορεί να παρατηρήσει κανείς για τις εικόνες των τηλεοπτικών ειδήσεων, που απευθύνονται σε ένα  ευρύ κοινό μεσαίου και χαμήλου μορφωτικού επιπέδου,  ότι το είδος του μοντάζ που χρησιμοποιείται, η αφήγηση και το δραματοποιημένο συχνά ύφος της, η μουσική που συνοδεύει,  η «ψύχραιμη» σοβαρότητα του παρουσιαστή, όλες αυτές οι τεχνικές έχουν ως στόχο τελικά να «διεγείρουν» το φόβο και την ανασφάλεια των θεατών, οι οποίοι, στο βαθμό που δε διαθέτουν τη γνώση να αποκωδικοποιήσουν όλη αυτή την οπτική κατασκευή, προσκολλημένοι στην οθόνη, πανικοβλημένοι και γεμάτη αγωνία, είναι σίγουρο ότι θα περιμένουν το επόμενο δελτίο για περαιτέρω οδηγίες, προκειμένου να αποφύγουν προβλήματα που τις περισσότερες φορές παρουσιάζονται υπερμεγενθυμένα.

Σήμερα, το ποσοστό των πολιτών που λειτουργούν κριτικά στη θέαση των οπτικών κειμένων που παράγονται από το σύνολο των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας είναι μάλλον μικρό και η πραγματικότητα αυτή δεν είναι ανεξάρτητη από την παντελή έλλειψη συστηματικής οπτικής παιδείας στη χώρα μας. Η ανάγκη συνεπώς για οπτικό εγγραμματισμό μέσα από τη βασική εκπαίδευση είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ επιτακτική, αφού μια τέτοια γνώση θα έδινε τη δυνατότητα στους μαθητές και αργότερα πολίτες να επικοινωνούν πιο αποτελεσματικά στο έντονα πολυτροπικό περιβάλλον της εποχής μας, ενώ παράλληλα θα τους επέτρεπε να λειτουργούν κριτικά στη θέαση και τη χρήση των εικόνων της σύγχρονης επικοινωνίας, συμβάλλοντας ίσως με τον τρόπο αυτό διορθωτικά στην ποιότητα και τον τρόπο παρουσίασης τους από τα Μέσα στο σύνολό τους.

Πιο συγκεκριμένα, είναι ανάγκη, από πολύ νωρίς, οι  μαθητές, οι οποίοι αποτελούν τους κατεξοχήν θεατές εικόνων και τους πιο συχνούς χρήστες των μέσων επικοινωνίας, στο πλαίσιο ενός προγράμματος οπτικού εγγραμματισμού που θα ξεκινά από το δημοτικό και θα συνεχίζει ως το Λύκειο, να καταστούν σταδιακά ικανοί να ερμηνεύουν σωστά τα διάφορα οπτικά κείμενα με τα οποία έρχονται καθημερινά σε επαφή, μέσα από την κατανόηση του επικοινωνιακού πλαισίου στο οποίο παράγονται και χρησιμοποιούνται κάθε φορά, τον τρόπο με τον οποίο συντάσσονται και το κοινό στο οποίο απευθύνονται.

Κάθε εικόνα  που χρησιμοποιείται για την επίτευξη ενός επικοινωνιακού σκοπού είναι κωδικοποιημένη και η ερμηνεία που της δινούμε ως θεατές εξαρτάται από μια σειρά αντιλήψεων και πεποιθήσεων που έχουμε για τα πράγματα και στο πλαίσιο των συγκεκριμένων κοινωνικών συμβάσεων που ζούμε. Όσο αληθινή κι αν φαίνεται, εκφράζει το αποτέλεσμα μιας τεχνητής κατασκευής. Αποτελεί μια αναπαράσταση και όχι μια αναπαραγωγή της πραγματικότητας, μέσα από την προσωπική οπτική του κάθε δημιουργού, στην οποία αργότερα, η προσθήκη άλλων στοιχείων καθώς και ο τρόπος με τον οποίο συμβαίνει αυτή, όπως είναι η λεζάντα, το είδος και το ύφος του κειμένου που χρησιμοποιείται σε αυτή, το μέγεθος και το είδος της γραμματοσειράς, η τεχνική επεξεργασία της (στο χρώμα, στο φωτισμό της, στην εστίαση σε συγκεκριμένο τμήμα της κτλ), ή αν πρόκειται για τηλεοπτικές εικόνες, το μοντάζ, η χρήση και το ύφος της αφήγησης, η χρήση μουσικής κτλ.. συμβάλουν στο να έχουμε τελικά μια εικόνα ή ένα σύνολο εικόνων που διαμορφώθηκε με πολύ συγκεκριμένους τρόπους για να εξυπηρετήσει αντίστοιχα πολύ συγκεκριμένους σκοπούς.

Η εκπαίδευση ωστόσο σήμερα αντιμετωπίζει την εικόνα σαν κάτι ανούσιο και διακοσμητικό, χωρίς κώδικα και χωρίς μήνυμα. Παραμένει αδιάφορη στους κώδικες επικοινωνίας που χρησιμοποιούνται εξώ από το σχολείο, επιμένοντας να χρησιμοποιεί για όλα τα ζητήματα που διαπραγματεύεται μια καθαρά λεκτική επικοινωνία, μια γλώσσα «χωρίς όραση», «τυφλή» και αν-αισθητική. Επιμένει να εστιάζει, να μελετά και να αξιοποιεί μόνο το γλωσσικό σημειωτικό σύστημα, παραμελώντας έτσι τη σπουδαιότητα και την ανάγκη για τη διδασκαλία και χρήση και των άλλων τρόπων επικοινωνίας και των άλλων σημειωτικών συστημάτων. Κατά συνέπεια, αν και η ποσότητα των οπτικών κειμένων που χρησιμοποιούνται στη σχολική πρακτική έχει αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με τα παλαιότερα χρόνια, ωστόσο η λειτουργία της εικόνας είτε αυτή αφορά τα σχολικά εγχειρίδια είτε τις προφορικές διδασκαλίες των ίδιων των εκπαιδευτικών, παραμένει παραδειγματιστική και πολύ συχνά περιορίζεται στο ρόλο της εικονογράφησης και της υποστήριξης του περιεχομένου του κειμένου ή της παράδοσης του εκπαιδευτικού στην τάξη.

Για παράδειγμα, σε ένα πιθανό μάθημα για τη φτώχεια, την πείνα και την εξαθλίωση σε μια αναπτυσσόμενη χώρα, η χρήση σε ένα σχολικό εγχειρίδιο μιας εικόνας που απεικονίζει ένα υποσιτισμένο παιδί δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτυγχάνει μια ολοκληρωμένη παρουσίαση του συγκεκριμένου προβλήματος μέσω ενός άλλου σημειωτικού κώδικα όπως είναι ο οπτικός, στο βαθμό που μια εικόνα από μόνη της, ως ένα κλειστό και απομονωμένο παράδειγμα, δεν είναι αρκετη για να εξηγήσει ένα πολύπλοκο φαινόμενο όπως αυτό, τα αίτια του οποίου μπορούν να εντοπιστούν σε μια σειρά διαφορετικών παραγόντων, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους με ποικίλους και συχνά αντιφατικούς τρόπους. Επιπλέον, ακόμα και στην περίπτωση, την οποία συχνά συναντούμε στο σχολείο, όπου ο εκπαιδευτικός στο πλαίσιο της παρουσίασης ενός θέματος χρησιμοποιεί και παρουσιάζει στους μαθητές του περισσότερες από μία εικόνες, στο βαθμό που αυτές που δε συνδέονται μεταξύ τους με κάποιο λογικό τρόπο έτσι ώστε να δίνουν μια πιθανή εξήγηση του υπό διερεύνση προβλήματος, δε μπορούν να συμβάλλουν στην αποκάλυψη των πιθανών αιτιακών σχέσεων που οδηγούν στην ερμηνεία του.

Αυτό που χρειάζεται να γίνει είναι τα διάφορα προβλήματα που παρουσιάζονται στην τάξη να επιδιώκεται να προσεγγίζονται, να διερευνώνται και τελικά να ερμηνεύονται όχι μόνο μέσω της αξιοποίησης του γλωσσικού κώδικα,  αλλά και με τη δημιουργία από τους εκπαιδευτικούς και κυρίως από τους ίδιους τους μαθητές κατάλληλων οπτικών αφηγημάτων, με τη χρήση εικόνων που θα συνδέονται μεταξύ τους τόσο θεματολογικά όσο και αφηγηματικά, σε μια προσπάθεια να αποτυπωθούν οι πιθανές διαδρομές που οδηγούν στην «εξιχνίαση» του προβλήματος που τίθεται κάθε φορά. Πολύ περισσότερο, στο πλαίσιο μια τέτοιας πρακτικής, οι μαθητές είναι απαραίτητο να διδαχθούν και να χρησιμοποιούν διάφορες αφηγηματικές τεχνικές (όπως είναι το κολάζ, το flashback, to cropping), να επιλέγουν κάθε φορά τη μορφή και το υλικό της κάθε εικόνας, να κάνουν χρήση υπότιτλων, καθώς και διαφορετικών τεχνικών κατασκευής, χρωματισμών, οπτικών γωνιών κτλ.. Επιπλέον, είναι απαραίτητο για κάθε σχολείο να διαθέτει μια φωτοθήκη με εικόνες κάθε μορφής, η οποία θα είναι δυναμική και θα ανανεώνεται συνεχώς, και θα περιλαμβάνει όχι μόνο εικόνες που αναφέρονται σε ζητήματα που άπτονται του σχολικού ενδιαφέροντος, αλλα και εικόνες που αφορούν την προσωπική οπτική πραγματικότητα των ίδιων των μαθητών.

Μια τέτοια εκπαιδευτική διαδικασία, όπου θα παραμεριζόταν ο εικονογραφικός ρόλος της εικόνας και θα αντιμετωπιζόταν ως ένας άλλος κώδικας τον οποίο μπορούμε να χρησιμοποιούμε σε κάθε επικοινωνιακή περίσταση, θα έδινε τη δυνατότητα στους μαθητές να αποκτήσουν σταδιακά την απαραίτητη γνώση που θα τους επέτρεπε να εκφράζονται για τα διάφορα ζητήματα που προκύπτουν στο σχολείο αλλά και στην καθημερινή τους ζωή μέσα από τις δικές τους προσωπικές εικόνες, ενώ παράλληλα θα είχαν την ικανότητα να ερμηνεύουν σωστά και να αντιστέκονται σε κάθε οπτική κατασκευή που λειτουργεί εις βάρος της επικοινωνίας τους και στοχεύει στην εκμετάλευσή τους.

Με αυτόν τον τρόπο θα διαπιστώναμε ίσως ότι ακόμα και αυτή η «εικονική πραγματικότητα» που ζούμε σήμερα έχει το «κουμπί της». Αρκεί να διδαχθούμε τη χρήση του και θα μπορούμε να τη διαλύουμε και να την ξανασυνθέτουμε με τους δικούς μας όρους, χρησιμοποιώντας εκείνο το συνωμοτικό χαμόγελο της απόλαυσης που έχουν τα παιδιά όταν διαλύουν και ξανασυνθέτουν τα παιχνίδια τους και το οποίο προέρχεται από την ανακάλυψη κρυμμένων στοιχείων και τη δημιουργική παραβίαση των κανόνων που διέπουν την επικοινωνία.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Barthes, R. (1979). Μυθολογίες–Μάθημα: εναρκτήρια παράδοση στην έδρα της Φιλολογικής Σημειολογίας της Λογοτεχνίας στο College de France. Αθήνα: Ράππα.

Barthes, R. (1988). Εικόνα–μουσική–κείμενο (Μετ. Γιώργος Σπανός). Αθήνα: Πλέθρον.

Berger, J. (1993). H εικόνα και το βλέμμα. Αθήνα: Οδυσσέας

Bourdieu, P. (1990). The Social Definition of Photography, στο: Photography: A Middle–brow Art, (P. Bourdieu et al, επιμ.). Stanford: Stanford University Press, 73–98.

Downing, D. & Bazargan, S. (eds.). (1991). Image and Ideology. New York: State University of New York Press.

Hutcheon, L. (1989). Text–image border tensions, The Politics of Postmodernism. London: RKP, 118–140.

Kress, G. & Hodge R. (1988). Social Semiotics. Oxford: Polity Press.

Μεταξιώτης, Γ. (2004). Η εικόνα ως εκπαιδευτικό παράδειγμα, στο:  (Τσολάκης Χ. et al., επιμ.) Νεοελληνική Γλώσσα για το Γυμνάσιο, Βιβλίο του Δασκάλου. Aθήνα: ΟΕΔΒ.

Mitchell, W. J. Thomas. (1986). Iconology: Image, Text, Ideology. Chicago: University of Chicago Press.

Mitchell, W. J. Thomas. (1994). Picture Theory: Essays on Verbal and Visual Representation. Chicago: University of Chicago Press.

Paschalidis, G. (1996). Introduction to the Analysis of Photographic Meaning. European Journal for Semiotic Studies, 8: 689-706.

Umberto, E. (1988). Θεωρία Σημειωτικής (μετ. Έφη Καλλιφατίδη). Αθήνα: Γνώση.

Χοντολίδου, Ε. (2001). Εισαγωγή στην έννοια της πολυτροπικότητας, διαθέσιμο στο διαδίκτυο στο: http://www.komvos.edu.gr/periodiko/periodiko1st/thematikes/3/index.htm (ανάσυρση: 20/12/2006)

* Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ” (www.eleftheria.gr), Αρ. Φύλλου 29.909, σ.16, 15 Απριλίου 2007.

Του Τάσου Α. Μπάρμπα*

Η τηλεόραση από τα πρώτα της βήματα μέχρι και σήμερα, την εποχή των νέων τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας, αποτελεί ακόμη –παρά τις αντίθετες προβλέψεις– το πιο ισχυρό και δημοφιλές Μέσο Μαζικής Επικοινωνίας. Κι αυτό γιατί, σε σχέση με τα άλλα νέα Μέσα (π.χ. το διαδίκτυο), έχει τη δυνατότητα να αξιοποιεί μια σειρά από συγκριτικά πλεονεκτήματα που διαθέτει λόγω της προύπαρξής της και τα οποία της επιτρέπουν προς το παρόν να υπερτερεί. Ενδεικτικά, αρκεί να πούμε ότι, όλοι διαθέτουν τηλεόραση ή μπορούν να έχουν πρόσβαση με κάποιον τρόπο σε αυτήν, όλοι κατανοούν τη γλώσσα της –ή αλλιώς η τηλεόραση στη διαδρομή της έχει καταφέρει να εκπαιδεύσει στη (οπτική) της γλώσσα όλους εκείνους που την παρακολουθούν–, όλοι ξέρουν πώς να τη χρησιμοποιούν και, κυρίως, μπορεί να «πουλά» τα πάντα: οι άνθρωποι απευθύνονται σε αυτή για όλες τους τις ανάγκες (πληροφόρηση, ψυχαγωγία, θρησκεία κτλ.).

Ωστόσο, η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και οι δραματικές αλλαγές που προμηνύει για το μέλλον η εμφάνισή τους στο χάρτη της επικοινωνίας δεν την αφήνει καθόλου αδιάφορη. Αντιθέτως, την οδηγεί σε μια εντατική προσπάθεια που στόχο έχει από τη μια πλευρά τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της και από την άλλη τον ακόμα μεγαλύτερο έλεγχο του κοινού της εντείνοντας έτσι τη μαζικοποίησή του. Στο πλαίσιο αυτών των επιλογών της, η τηλεόραση, εστιάζει σήμερα σχεδόν αποκλειστικά στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα που είναι πιο δεκτικά στους σχεδιασμούς της και τα οποία υπήρξαν πάντοτε η βάση της, μετατρέποντας το σύνολο σχεδόν του προγράμματός της σε μια ελαφριά και φθηνή (ως προς την παραγωγή της) ψυχαγωγία. Απορρίπτει έτσι ή ανασχεδιάζει και τις τελευταίες λίγες «ποιοτικές» εκπομπές της, οι οποίες της έδιναν μέχρι τώρα όχι μόνο ένα ένα άλλοθι πολιτισμού, αντικειμενικότητας ή ουσιαστικής προσφοράς αλλά και ένα αντιστάθμισμα στην ανελέητη κριτική που δέχεται από τη γέννησή της.

Στο νέο αυτόν απόλυτα ψυχαγωγικό  προσανατολισμό της τηλεόρασης, αποδέκτης στην άλλη άκρη, στον καναπέ του σπιτιού του, βρίσκεται κι αυτή τη φορά, πιστός, ο μέσος (τηλε)θεατής, ο οποίος, μη διαθέτοντας τη γνώση (και συνεπώς τη δυνατότητα) να αναγνωρίσει τις συμβάσεις και τους κώδικες της, τις οπτικές κατασκευές της και τη σχέση τους με την πραγματικότητα, μένει σήμερα περισσότερο από ποτέ αβοήθητος στις μεθοδεύσεις της «μαγικής» του οθόνης. Ταλαντευόμενος ανάμεσα στους φόβους και τις επιθυμίες που τόσο «αθόρυβα» η τηλεόραση τού καλλιεργεί, καταλήγει τελικά να πιστεύει και συχνά να προσδοκά για τον εαυτό του αυτόν τον τηλεοπτικό κόσμο που του παρουσιάζεται καθημερινά και ο οποίος, δυστυχώς, στην τελευταία σύγχρονη εκδοχή του, όχι μόνο τείνει να αγγίξει την επιστημονική φαντασία, αλλά, το κυριότερο, αποδεικνύει ότι η τηλεόραση ως Μέσο έχει ξεπεράσει πια και τα τελευταία όρια της ηθικής ευθύνης απέναντί στο κοινό της.

Στο πλαίσιο αυτής της διαπίστωσης, αξίζει ίσως μια (ακόμη) συνοπτική και συνολική αποδομητική ματιά στον τρόπο που η τηλεόραση λειτουργεί, στη γλώσσα που χρησιμοποιεί, στον τρόπο που σχεδιάζει και παρουσιάζει τις εικόνες της και τη σχέση της με την πραγματικότητα.

 Η τηλεόραση και οι «διαχειριστές» της

Αν και συχνά η κριτική μας για την τηλεόραση απευθύνεται με έναν αόριστο τρόπο στη συσκευή που όλοι έχουμε στα σπίτια μας, ωστόσο δεν θα διαφωνήσει κανείς με την απλοϊκή διαπίστωση ότι δεν αποφασίζει η ίδια για το περιεχόμενο και την ποιότητα των προγραμμάτων που μας μεταδίδει.  Πίσω από αυτό το «κουτί με τις εικόνες», το «βρόμικο», το «ενοχλητικό», μαζί με μια σειρά από άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς που κατά καιρούς το έχουν προσδώσει οι επικριτές του, εκτός από ένα σύνθετο τηλεπικοινωνιακό σύστημα που υποστηρίζει τεχνικά και διαμορφώνει τελικά ένα Μέσο επικοινωνίας με τεράστιες δυνατότητες, υπήρχαν πάντοτε κάποιοι που αποφάσιζαν για τη χρήση και την αξιοποίησή του και οι οι οποίοι με τις επιλογές τους διαμόρφωσαν στη διάρκεια του χρόνου και τη φυσιογνωμία του: εκείνοι που το κατέχουν.

Από τα πρώτα κιόλας βήματα της τηλεόρασης ήταν περισσότερο από εμφανή δύο βασικά της χαρακτηριστικά: η απεριόριστη δύναμή της και οι οικονομικές της απαιτήσεις ως προς τη λειτουργία της. Δεν μπορούσε τότε, αλλά ούτε και σήμερα να κατέχει και να ελέγχει έναν τηλεοπτικό σταθμό όποιος απλά το επιθυμούσε. Το δαπανηρό κόστος λειτουργίας τής τηλεόρασης αλλά και η διαφαινόμενη υπόσχεσή της για επιρροή σε όλα τα πεδία θα την  οδηγήσουν σταδιακά, εκτός από το κράτος, που θα την «χρησιμοποιήσει» διαχρονικά με ποικίλους τρόπους, στα χέρια εκείνων που είχαν και το κίνητρο και τη δυνατότητα να την ελέγχουν: τις εταιρίες και τους μετόχους τους.

Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ήταν η τηλεόραση ως μια επιχειρηματική επένδυση να θέσει στην ατζέντα της, πάνω και πριν από όλα, έναν και μόνο κυρίαρχο στόχο για τους «διαχειριστές» της: το κέρδος. Οργανώνοντας τη λειτουργία και τη φυσιογνωμία της γύρω από αυτό το κίνητρο, θα αναπτύξει την κατάλληλη γλώσσα και θα επιλέξει από πολύ νωρίς το βασικό κοινό που θα απευθυνθεί: τη μάζα, τα χαμηλά μορφωτικά και κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά της οποίας θα την καθιστούσαν πιστό σύμμαχο στην πορεία της, ευάλωτη και χειραγωγήσιμη σε κάθε τύπου εικόνες που θα επιχειρούσε να της πουλήσει. Εικόνες που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έπρεπε να κρατήσουν όσο το δυνατό περισσότερο την τηλεόραση ανοιχτή και τους (τηλε)θεατές μπροστά από αυτήν καθηλωμένους στον καναπέ τους, περιμένοντας ανυπόμονα τις καταναλωτικές «οδηγίες» και «ευκαιρίες» της ημέρας.

Τηλεόραση και διαφήμιση

Οι πιο σημαντικές εικόνες για την τηλεόραση υπήρξαν πάντοτε οι διαφημιστικές εικόνες. Κι αυτό γιατί είναι οι μόνες που που πάνω και πριν από όλα επιθυμεί να «πουλήσει» στο κοινό της: της αποδίδουν οικονομικά, χρηματοδοτούν την ύπαρξή της και αυξάνουν κατά πολύ τα κέρδη της. Η τηλεόραση θα συνδέσει έτσι από νωρίς την επιβίωση αλλά και την κερδοφορία της με τη διαφήμιση, ενώ όροι όπως χορηγοί, διαφημίσεις, διαφημιστές, τηλεθέαση, τηλεμέτρηση κ.ά. θα ενσωματωθούν γρήγορα στο λεξιλόγιο της αποτελώντας πλέον κυριολεκτικά την πεμπτουσία της.

Το γεγονός αυτό όχι μόνο θα δώσει γρήγορα ώθηση στην ανάπτυξη μια τεράστιας διαφημιστικής βιομηχανίας, αλλά θα λειτουργήσει καθοριστικά και στην διαμόρφωση της φιλοσοφίας της λειτουργίας της τηλεόρασης. Ο σχεδιασμός του προγράμματός της στο σύνολό του, οι επιλογές των εικόνων και ο τρόπος προβολής τους, η γλώσσα, οι κώδικες και οι συμβάσεις που θα αναπτύξει και θα χρησιμοποιεί, όλα θα προσαρμοστούν στους όρους της αγοράς. Όσο μεγαλύτερο το κοινό που την παρακολουθεί τόσο μεγαλύτερο το καταναλωτικό κοινό που θα παρουσιάσουν τα προϊόντα τους οι διαφημιστές. Έτσι, η τηλεόραση πουλά ακριβά τον τηλεοπτικό της χρόνο για διαφήμιση και οι διαφημιστές απευθυνόμενοι σε ένα μεγάλο κοινό μπορούν να προσδοκούν αντίστοιχα μεγέθη γα τις πωλήσεις τους.

Αυτή η οικονομική αλληλεξάρτηση θα οδηγήσει την τηλεοπτική και τη διαφημιστική βιομηχανία σε μια επιτυχημένη και στενή συνεργασία.  Με κοινό στόχο την αύξηση των κερδών τους θα αξιοποιήσουν η μία την άλλη και θα εργαστούν συστηματικά και επι δεκαετίες χειραγωγώντας και εκπαιδεύοντας το τηλεοπτικό κοινό έτσι ώστε να σκέφτεται, να αντιλαμβάνεται και να επιθυμεί τον κόσμο με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Αξιοποιώντας τη δύναμη της εικόνας που προσφέρει η τηλεόραση, η βιομηχανία της διαφήμισης θα ξοδέψει δισεκατομμύρια και θα χρησιμοποιήσει τα πιο δημιουργικά μυαλά της αγοράς για να το μηύσει και να το εθίσει σε μια οπτική διαφημιστική γλώσσα που οργανώνεται γύρω από τις επιθυμίες και η οποία υπόσχεται διαρκώς να αλλάξει τη βαρετή και μονότονη, όπως υπονοεί, ζωή του με μοναδικό αντίτιμο την τιμή του προϊόντος που του προτείνει κάθε φορά να αγοράσει.  Κατασκευάζοντας, η διαφήμιση, έναν αληθοφανή τηλεοπτικό κόσμο με τους δικούς της όρους, γοητευτικό, γεμάτο ψευδαισθήσεις, θα επιδιώξει επίμονα να αποσπάσει την προσοχή των (τηλε)θεατών, να τους παρασύρει και τελικά να τους μετατρέψει σε ανεγκέφαλους καταναλωτές προϊόντων που δεν χρειάζονται.

Αποτέλεμα αυτής της τηλεοπτικής διαφημιστικής πρακτικής και γλώσσας είναι να έχουμε σήμερα τη διαμόρφωση ανθρώπων οι οποίοι, επηρεασμένοι κυρίως από τη «μαγική» τους οθόνη (και όχι μόνο), με έναν εγκέφαλο γεμάτο από λογότυπα εταιριών, καθένα από τα οποία είναι συνδεδεμένο με «υψηλές» αξίες της εποχής όπως, κοινωνική καταξίωση, πλούτο, στυλ κτλ., καταλήγουν τελικά να απομονώνται και να αποπροσανατολίζονται από τις πραγματικές τους ανάγκες, από όλα εκείνα που έχουν πραγματικά αξία στη ζωή τους και να αναζητούν εναγωνίως τρόπους για να αποκτήσουν πράγματα και χαρακτηριστικά που δεν τους είναι απαραίτητα ούτε για τη επιβίωσή τους ούτε για την ευτυχία τους.

Τηλεόραση και πραγματικότητα

Την τηλεόραση δεν την ενδιέφερε ποτέ το πραγματικό και το συνηθισμένο που αρκετές φορές είναι και βαρετό, αλλά το σπάνιο και το διαφορετικό. Και αυτές τις προσδοκίες θα καλλιεργήσει επί δεκαετίες και στους (τηλε)θεατές της: κανείς δεν ανοίγει την τηλεόρασή του για να παρακολουθήσει εικόνες όπου δεν συμβαίνει τίποτα. Ως αποτέλεσμα αυτής της «οπτικής» της, άμεσα συνδεδεμένης με την οικονομική της φυσιογνωμία,  η τηλεόραση θα εντρυφήσει στο πραγματικισμό (realism). Οι εικόνες της μοιάζουν αληθινές, αλλά δεν είναι. Κι αυτο γιατί παρόλο που επιλέγει ή σχεδιάζει εικόνες της πραγματικής ζωής, γεγονός που της εξασφαλιζει την επιθυμητή αληθοφάνεια, τελικά τις «συντάσσει» με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε αυτά που μας περιγράφει σπάνια θα τα δουμε να συμβαίνουν γύρω μας όπως μας τα αφηγείται. Η τηλεοπτική απεικόνιση του κόσμου είναι κατασκευασμένη και τεχνητή.

Το παράδειγμα μιας οποιασδήποτε τηλεοπτικής σειράς μπορεί να είναι κατατοπιστικό. Οι πρωταγωνιστές της εκεί, στο πλαίσιο ενός και μόνο επεισοδίου, τους παρακακολουθούμε να ζούνε τον απόλυτο έρωτα, την προδοσία, το μίσος, τη χαρά, την απελπισία, το θάνατο, τη δράση, το μυστήριο και άλλα πολλά: μια καθημερινότητα από την οποία απουσιάζει οτιδήποτε «βαρετό» και στην οποία οι ανατροπές, το συναίσθημα και η ένταση αποτελούν όλα μαζί αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινότητάς τους. Ωστόσο, αν και οι οι παραπάνω αναφορές, αν τις δούμε μεμονωμένα, αφορούν εικόνες που αναφέρονται σε γεγονότα υπαρκτά, που συμβαίνουν, ωστόσο η τηλεοπτική «σύνθεσή» τους διαμορφώνει τελικά μια καθημερινότητά που πολύ σπάνια θα συναντήσουμε με αυτούς τους όρους στην πραγματική ζωή.

Η παράπανω «ασυμβατότητα» ανάμεσα στις εικόνες της τηλεόρασης και τις εικόνες της πραγματικής ζωής δεν οφείλεται φυσικά σε κάποια τεχνολογική αδυναμία του Μέσου να περιγράψει την τελευταία. Η απάντηση βρίσκεται στην οικονομική ατζέντα της τηλεόρασης και στη διαρκή της προσπάθεια για περισσότερους τηλεθεατές, περισσότερες διαφημίσεις και περισσότερο κέρδος. Οι τηλεοπτικές ειδήσεις, οι σειρές, οι εκπομπές κάθε τύπου, και κυρίως οι διαφημίσεις, όλες σχεδιάζονται ώστε οι εικόνες τους να κερδίσουν την προσοχή και τη συναίνεσή του τηλεοπτικού κοινού ως προς την ύπαρξη και την αλήθεια τους.  Έτσι, με βάση αυτόν τον κυρίαρχο προσανατολισμό, η τηλεόραση τελικά απεικονίζει και «πουλά» εναν κόσμο που μοιάζει πραγματικός (αλλά δεν είναι), που οι (τηλε) θεατές απολαμβάνουν για «χάρη του» χωρίς να τον συγκρίνουν, που είναι πάντοτε καλύτερος και πιο ενδιαφέρον από τη δύσκολη καθημερινότητά τους, και τον οποίο, συχνά, παρασυρόμενοι από την αληθοφάνεια του και αγνοώντας τον τρόπο της τεχνητής κατασκευής του, πολλοί είναι εκείνοι που αρχίζουν να τον επιθυμούν και πολύ χειρότερα να τον επιδιώκουν.

 Ζωή σαν τηλεόραση

Σήμερα η τηλεόραση έχει καταφέρει να αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της καθημερινής μας ζωής. Έχοντας επιβάλλει τους κώδικές της σε όλα τα πεδία (δημοσιογραφικό, πολιτικό, πολιτιστικό, κοινωνικό, επιστημονικό, ακόμα και αυτό της δικαιοσύνης), μπορεί να «πουλά» τα πάντα, να βρίσκεται στην «καρδιά» της εξουσίας και να απεικονίζει τον κόσμο με τους δικούς της όρους.

Η επιρροή της είναι ισχυρή. Αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι ένα μικρό παιδί σε ηλικία 3 ετών αρχίζει να βλέπει τηλεόραση τρεις ώρες την ημέρα, έχουμε πλέον τη διαμόρφωση ανθρώπων που αποκτούν την εικόνα του κόσμου από αυτήν και πιστεύουν μόνο αυτά που βλέπουν στην «μαγική» τους οθόνη. Τελικό αποτέλεσμα είναι να ζούμε πλέον σε μια καθημερινότητα όπου οι περισσότεροι γύρω μας (κυρίως οι νεώτεροι σε ηλικία), εθισμένοι και συγκρινόμενοι με μια τηλεοπτική αντίληψη του κόσμου που υπονοεί ότι όλοι μπορούν να ζήσουν το απόλυτο όνειρο για δόξα και αναγνωρισιμότητα,  απογοητευμένοι και μελαγχολικοί από τη ζωή τους για όλα εκείνα που δεν τους συμβαίνουν και τους εγκλωβίζουν «άδικα» σε μια αδιάφορη ζωή, περιφέρονται, συμπεριφέρονται και μοιάζουν (εκπληκτικά) με εν δυνάμει τηλεοπτικούς ήρωες, αναμένοντας για τον ευατό τους το μέλλον «που τους αξίζει».

Εν τω μεταξύ, προσδοκώντας την λυτρωτική «αναβάθμισή» τους, απομονωμένοι και αφοσιωμένοι στον κυρίαρχο στόχο τους, συνεισφέρουν με τις επιλογές τους χωρίς ίσως να το καταλαβαίνουν σε μια καθημερινότητα «τηλεοπτικής προσομοίωσης». Μια καθημερινότητα στην οποία κυριαρχεί η ανασφάλεια, η καχυποψία, ο ατομικισμός, το χρήμα, ο καταναλωτισμός και πάνω από όλα η «όμορφη» εικόνα. Μια καθημερινότητα όμως από την οποία, δυστυχώς, φαίνεται να λείπει όλο και περισσότερο η ανθρώπινη επικοινωνία και μαζί με αυτήν κάτι εξαιρετικά σημαντικό: η χαρά. Και χωρίς χαρά δεν υπάρχει ούτε ζωή ούτε ελπίδα …

* Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ” (www.eleftheria.gr), 15/04/2007, Αρ. Φύλλου 29909, σ.16

Του Τάσου Α. Μπάρμπα*

Η λέξη «facebook» αποτελεί ίσως σήμερα μία από τις συχνότερα χρησιμοποιούμενες λέξεις στις καθημερινές συζητήσεις των ανθρώπων. Άτομα κάθε ηλικίας, κοινωνικής τάξης και μορφωτικού επιπέδου αναφέρονται στο παγκοσμίως πλέον δημοφιλές πρόγραμμα κοινωνικής δικτύωσης με τέτοια συχνότητα, με τόσες παραπομπές και συνδέσεις από την καθημερινή τους ζωή και, πολύ συχνά, με τέτοιο ενθουσιασμό, που νομίζει κανείς ότι η ψηφιακή τους ύπαρξη εκεί είναι κατά πολύ σημαντικότερη και ενδιαφέρουσα από τη βαρετή και ανυπόφορη πραγματικότητα που πιθανά βιώνουν. Και αυτή η εκτίμηση, νομίζω, δε απέχει πολύ από την αλήθεια. Σχεδόν 400.000.000 χρήστες του facebook σε ολόκληρο τον κόσμο, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ίδιας της εταιρίας, ανοίγουν τον υπολογιστή τους και εισέρχονται σε ένα νέο ψηφιακό κόσμο όπου όλα είναι δυνατά και τα πάντα μπορούν να συμβούν. Όλο αυτό το πολύβουο πλήθος που παρακολουθούμε καθημερινά στους δρόμους φαίνεται να νιώθει την ανάγκη να δραπετεύει πολύ συχνά, για λιγότερο ή περισσότερο χρόνο, σε ένα ψηφιακό κόσμο όπου η ζωή του είναι -επιτέλους- απόλυτα στα χέρια του…

 Παράλληλος κόσμος

Το facebook αντιγράφει τη ζωή. H επιτυχία του οφείλεται κυρίως σε αυτήν τη στρατηγική και δομική του επιλογή: στην κοινωνικότητά του. Ο ψηφιακός του κόσμος είναι παράλληλος και αναλογικά παρόμοιος με τον πραγματικό.  Έχει τους όρους, τη λειτουργία και τα αξιολογικά χαρακτηριστικά της καθημερινότητάς μας. Η ομορφιά, η σεξουαλικότητα, το μορφωτικό επίπεδο, οι διαφόρου τύπου επιλογές όπως, ενδεικτικά, στη μουσική, στη λογοτεχνία, στη διασκέδαση, στον αθλητισμό, στις κάθε τύπου εκδηλώσεις και σε πολλά άλλα, όλα λειτουργούν και εδώ με τους όρους και την αξιολογική δυναμική που έχουν στην πραγματική ζωή.

Ωστόσο, σε αυτόν τον ψηφιακό κόσμο, υπάρχει μια «μικρή», ελπιδοφόρα και, με ψυχολογικούς όρους, λυτρωτική διαφορά. Η συγκρότηση της ψηφιακής ταυτότητας και της κοινωνικότητας του κάθε χρήστη δεν είναι απαραίτητα -ή μπορεί χωρίς κανένα κόστος να μην είναι- απόλυτα ταυτόσημη  με τα χαρακτηριστικά και τις συνθήκες της πραγματικής του ζωής. Και αυτό γιατί ο καθένας εκεί έχει τη δυνατότητα να (ξανα)σχεδιάσει ή και να επινοήσει, με ψηφιακά μέσα και με (εντυπωσιακή πολλές φορές) σκηνοθετική επιμέλεια, το παρελθόν και το παρόν του, τη δημόσια εικόνα του. Να ξαναορίσει κυριολεκτικά ή να βελτιώσει σημαντικές (και κρίσιμες) λεπτομέρειες για τον εαυτό του και τη ζωή του από την αρχή. Να ξαναγεννηθεί. Να γίνει επιτέλους αυτός που πάντα ήθελε, αυτός που νομίζει ότι του αξίζει να είναι ή και αυτός που ξέρει ότι πιθανόν δεν θα μπορέσει να γίνει ποτέ.

Κρυμμένος πίσω από τον υπολογιστή του, απόλυτα ασφαλής συγκριτικά με την πραγματική του ζωή, όπου οι πιθανές επιθυμίες του έχουν συγκεκριμένες πρακτικά απαιτήσεις και άμεσο κόστος και, συνειδητά ή ασυνείδητα μόνος, έχει τώρα τη δυνατότητα να φανταστεί, να περιγράψει και πολύ συχνά να παρασυρθεί κυριολεκτικά να ταυτιστεί με μια ψηφιακή ζωή καθοδηγούμενη από τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες του που τον καταπιέζουν και τώρα μπορούν να εκπληρωθούν. Η παγκόσμια ψηφιακή κοινωνία του facebook έφθασε και έχει ένα όνειρο στα μέτρα του καθένα μας.

 Εντυπωσιακές ψηφιακές ζωές

Η ζωή στον ψηφιακό πλανήτη μοιάζει να είναι σπάνια βαρετή. Και αυτό γιατί δεν φαίνεται να κατοικείται από βαρετούς ανθρώπους. Σε αντίθεση με την πραγματικότητα όπου η δύσκολη για τους περισσότερους καθημερινότητα λειτουργεί καταπιεστικά στις επιθυμίες, στη διάθεση και στα ποικίλα ονειρά τους, όπου οι ευτυχισμένες στιγμές είναι ζητούμενες και σπάνιες και οι πραγματικοί φίλοι λιγοστοί, όπου η αλληλεπίδραση και η επικοινωνία επιτελείται όλο και περισότερο από απόσταση «ασφαλείας» και με οπτικούς όρους αμοιβαιότητας (αφού σε βλέπω μπορείς να με δεις και εσύ), η ψηφιακή καθημερινότητα του facebook ασφυκτιά από ζωή. Εδώ, η διάθεση για επικοινωνία και η ευρηματική με κάθε τρόπο αλληλεπίδραση μεταξύ των χρηστών φαίνεται να περισσεύει. Οι ίδιοι άνθρωποι που στην πραγματική τους ζωή πιθανά να δυσκολεύονται να μιλήσουν για τον εαυτό τους, να αποκαλύψουν προσωπικές τους στιγμές ή να φλερτάρουν με οποιοδήποτε τρόπο, στον κόσμο του facebook μεταμορφώνονται κυριολεκτικά σε εν δυνάμει αστέρες. Άλλοι άνθρωποι. Ακόμα και οι πιο κοινωνικοί στις πραγματικές τους ζωές, ανακαλύπτουν εδώ τα νέα όρια τους. Το facebook είναι το νέο Μέσο και είναι στα χέρια του λαού. Η κάθε είδους αυτοπροβολή είναι τώρα δυνατή και μοιάζει να μην έχει τέλος.

Ο μέσος χρήστης θα διαμορφώσει το ψηφιακό του προφίλ επιλέγοντας ή δημιουργώντας τις κατάλληλες «προωθητικές» φωτογραφίες του, γεμάτες συμβολισμούς και κάθε τύπου υπονοούμενα, ενώ δεν θα παραλείψει συχνά  και τον υποτιτλισμό τους για εκείνους που πιθανόν να δυσκολευτούν στην «επιθυμητή» ερμηνεία τους. Θα διεκδικήσει ποικιλοτρόπως την διαδικτυακή του αποδοχή και θα διαμορφώσει το προσωπικό του κοινό δημιουργώντας πολλές φορές δεκαδες εκατοντάδες ψηφιακούς «φίλους», τους περισότερους από τους οποίους γνωρίζει ελάχιστα έως καθόλου. Θα κοινοποιήσει πλούσια, λεπτομερή και πάνω από όλα επιλεγμένα φωτογραφικά ενσταντέ που απεικονίζουν το «γεμάτο από ζωή» ιδιωτικό παρελθόν και παρόν του. Θα διατυπώσει αποφθέγματα όλων των ειδών. Θα αναζητήσει και θα θυμηθεί όλα τα διάσημα λόγια όλων των διάσημων συγγραφεων. Θα αναρτήσει μουσικά βίντεο που εκφράζουν συνήθως τη ψυχική του κατάσταση ή αποδεικνύουν έμμεσα σε όλους την ιδιαίτερη (ή επιθυμητή) μουσική του παιδεία. Θα ενημερώσει για τα πολιτιστικά και πολιτισμικά γεγονότα που θα παρακολουθήσει στην πραγματική του ζωή, για να πιστοποιήσει έτσι ότι όλη αυτή η ενδιαφέρουσα και γεμάτη ανησυχίες προσωπικότητα συνεχίζει να υπάρχει και έξω από τα ψηφιακά τείχη. Θα συμμετάσχει σε διαφόρων ειδών on line παιχνίδια ή κουίζ (κοινοποιώντας πάντα τα αποτελέσματα που πέτυχε) για να αποδείξει, ειδικά αν πρόκειται για έναν “σοβαρό ενήλικα” ότι η παιδικότητά του δε χάθηκε ποτέ. Θα γράψει, τέλος, κάθε είδους εξυπνάδες, σοβαρότητες ή σοβαροφάνειες και, πάνω από όλα, θα συμμετάσχει, αξιοποιώντας όλα τα παραπάνω που «ενισχύουν» την εικόνα του, σε ένα συνεχές ψηφιακό φλέρτ με εξαιρετικά ενδιαφέροντες κοινωνιολογικά διαλόγους και με μοναδικό ερέθισμα τη στατική εικόνα.

Μια διαρκής, ψηφιακή, άοσμη, άσαρκη και βουβή αλληλεπίδραση με κάθε τρόπο, για κάθε γούστο, σε κοινή θέα. Ένας ψηφιακός κόσμος στον οποίο οι περισσότεροι σχεδόν αισθάνονται και λειτουργούν σαν δημόσια πρόσωπα σε ανταγωνισμό για τη μεγαλύτερη διαδικτυακή θέαση και προβολή. Και ως τέτοια πρόσωπα φαίνεται να θεωρούν ότι οι ζωές τους μπορούν να είναι δημόσιες με κάθε λεπτομέρεια.

Το facebook είναι σίγουρο ότι έχει καταφέρει να μεταλλάξει το κοινωνικό DNA των χρηστών του. Να ξεκλειδώσει τις όποιες αναστολές τους και να επιβάλλει μια επικοινωνία εντυπωσιακά ανοιχτή, σε παγκόσμια διαδικτυακή ζωντανή σύνδεση. Μια νέα, πραγματική απελευθέρωση, στο νέο κόσμο του ψηφιακού θεάματος βρίσκεται πλέον σε πλήρη εξέλιξη.

 Άγνοια κινδύνου

Το πρόβλημα με τους περισσότερους χρήστες του facebook είναι η άγνοια του τρόπου λειτουργίας του, των δομών του και των συμβάσεων που χρησιμοποιεί.  Ο κόσμος του υπάρχει για χάρη του ίδιου του εαυτού του. Κανείς δεν κάνει ποτέ τις σωστές ερωτήσεις. Κανείς δεν προσπαθεί να συνδέσει τα σημεία για να καταλήξει στη συνολική εικόνα. Κανείς δεν αναρωτιέται τελικά για την αλήθεια του. Και αυτό είτε γιατί δεν τους ενδιαφέρει είτε γιατί αισθάνονται ότι δεν πρέπει να τους ενδιαφέρει είτε γιατί κανείς δεν τους είπε αν πρέπει να τους ενδιαφέρει.

Η έλλειψη όμως αυτής της γνώσης στη γραμματική και λειτουργία του συγκεκριμένου Μέσου, ειδικότερα στους νέους οι οποίοι είναι και οι κατεξοχήν χρήστες του στην καθημερινή τους ζωή, είναι ο πρώτος βασικός λόγος που οδηγεί στη μη ορθολογική του χρήση. Ο δεύτερος, και ίσως ο πιο καθοριστικός, είναι ότι το facebook προσφέρει σε όλους (όσοι αισθάνονται συνειδητά ή ασυνείδητα έτσι) τη δυνατότητα να επαναδιαπραγματευτούν την απουσία της επιθυμητής ζωής τους από την καθημερινότητά τους.

Όλοι εκείνοι, μικροί και μεγάλοι, οι οποίοι πριν ακόμα την εμφάνιση του facebook, είχαν εθιστεί και πιστέψει σε αυτήν την σύγχρονη “αστραφτερή” προπαγάνδα των ποικίλων τηλεοπτικών και διαφημιστικών προϊόντων για μια άλλη, καλύτερη, ζωή που είναι πιθανή και τους αξίζει, όλοι εκείνοι που ντύνονταν, συμπεριφέρονταν και λειτουργούσαν ως εν δυνάμει αστέρες, διατηρώντας ωστόσο, παρά τη “λάμψη” τους, μια μελαγχολική διάθεση και μια άρνηση (ή ένα φόβο) για πραγματική επικοινωνία αναβάλλοντας διαρκώς τη ζωή τους, όλοι εκείνοι που παρότι αισθάνονταν ότι ταιριάζουν (ενδυματολογικά, υφολογικά και με κάθε τρόπο) με την “λαμπερή” ζωή που επιθυμούσαν διαπίστωναν στο τέλος ότι η ζωή που ζούσαν δεν ταίριαζε και πολύ με τις επιθυμίες τους, όλοι αυτοί βρήκαν στο facebook μια δεύτερη ευκαιρία ικανή να τους λυτρώσει.

Γιατί το facebook σήμερα αξιοποιείται από την πλειονότητα των χρηστών του ως ένα δωρεάν, εύκολα προσβάσιμο και προσωπικό Μέσο αυτοπροβολής και απόκτησης δημοφιλίας. Ως ένα Μέσο που διαθέτει τα κατάλληλα εργαλεία και τις δομές για να ρετουσάρει τις ζωές εκείνων που το χρησιμοποιούν. Ως ένα Μέσο επαναδιαπραγμάτευσης του σύγχρονου ονείρου για μια «ενδιαφέρουσα» ζωή. Μια ζωή που σε πραγματικούς χρόνους, για αμέτρητους λόγους, οι περισσότεροι δεν έχουν το θάρρος να διεκδικήσουν. Και στο πλαίσιο αυτών των ψηφιακών δυνατοτήτων από τη μια και αυτής της ιδιότυπης σύγχρονης ανάγκης από την άλλη οι υπερβολές στην προβολή και στην έκθεση της ιδιωτικής ζωής των επίδοξων χρηστών του ξεπερνούν όλο και περισσότερο τα όρια και δημιουργούν κάθε είδους κινδύνους.

Η δημόσια από τους περισσότερους χρήστες κοινοποίηση φωτογραφιών και βίντεο, συχνά όχι μόνο στους «ψηφιακούς» τους φίλους (που έτσι και αλλιώς τους περισσότερους δε γνωρίζουν), και οι οποίες περιλαμβάνουν κάθε μορφής προσωπικές ή οικογενειακές τους στιγμές ή προσωπικές τους απεικονίσεις αποτελούν μάλλον τον κανόνα.  Οι φωτογραφίες, επίσης, εσωτερικών χώρων σπιτιών ή διαφόρων αγαπημένων πρόσωπων (πολλές φορές ανηλίκων), η δημοσιοποίηση διαφόρων προσωπικών δεδομένων, ενδιαφερόντων, αδυναμιών ή επιθυμιών, όλη αυτή η έκθεση χωρίς όριο, χωρίς προηγούμενο και χωρίς ουσιαστικό λόγο έχει κάνει το facebook να αποτελεί όχι απλά μια κλειδαρότρυπα στην προσωπική ζωή των χρηστών του, αλλά μια πόρτα την οποία είτε την έχουν απόλυτα και συνεχώς ανοιχτή είτε την ανοίγουν με μεγάλη ευκολία στον καθένα.

Τα συμβάντα με υποκλοπές φωτογραφιών από προφίλ του facebook ή «διαθέσιμες σε όλους» φωτογραφίες χρηστών και η ακόλουθη χρήση τους σε ιστοσελίδες πορνογραφικές ή  άλλου παράνομου περιεχομένου είναι συχνά και δεν είναι τα μόνα. Αυτοκτονίες ατόμων που υποκινήθηκαν από αγνώστους ή παραπλανήθηκαν και έπεσαν θύματα βιασμού, υποκλοπές προσωπικών δεδομένων και πολλά άλλα γεγονότα, τα οποία συχνά βλέπουν το φως της δημοσιότητας, αλλά οι περισσότεροι τα αγνοούν ή δεν δίνουν απλά σημασία, είναι επίσης μερικές από τις συνέπειες αυτής της συνεχούς και χωρίς καμιά ασφάλεια ψηφιακής έκθεσης ιδιωτικών και ευαίσθητων δεδομένων.

Το facebook ωστόσο, παρά τις ενστάσεις για τα συστήματα ασφαλείας του και τη μη αποτελεσματική προστασία των χρηστών του από τρίτους, οι οποίες πληθαίνουν συνεχώς, συνεχίζει να πάλλεται στο κυνήγι της αυτοπροβολής και να αυξάνει τον παγκόσμιο πληθυσμό του και τη χρηματιστηριακή του αξία. Τη στιγμή που οι ιδρυτές του πλουταίνουν από την εκμετάλλευση αυτού του χωρίς προηγούμενο reality, το οποίο στηρίζουν και προωθούν έμμεσα με ποικίλους τρόπους, η πλειοψηφία των φανατικών χρηστών του, λόγω άγνοιας ή υπερβολικού ενθουσιασμού, δεν δίνει καμία σημασία σε αντιρρήσεις που είναι χαμηλότερης αξίας συγκριτικά με την συναρπαστική συνεισφορά του facebook  στη ζωή τους.

Το κυνήγι της δημοφιλίας έχει το τίμημά του. Το οποίο είναι πολύ μεγάλο όταν δε γνωριζεις και δεν ακολουθείς τους κανόνες του. Και εδώ οι κανόνες αγνοούνται ή αψηφούνται παντελώς. Δυστυχώς, από τους περισσότερους.

 Σύγχρονη πλάνη

Ο σύγχρονος κόσμος είναι ένας κόσμος ανταγωνιστικής και ασταμάτητης κατανάλωσης και μιας ιδιότυπης μοναξιάς. Τα Μέσα και η διαφήμιση έχουν επιβάλλει εδώ και καιρό τους όρους τους στην καθημερινότητά μας. Έχουν διαμορφώσει και έλεγξει πλήρως τις επιθυμίες μας. Πλέον, όλοι τα θέλουν όλα. Και όλοι αισθάνονται ικανοί για όλα. Η ζωή μας, οι επιλογές και οι κάθε είδους πρακτικές μας έγιναν μια σύνθεση από  καταναλωτικά προϊόντα και οδηγίες χρήσης που τις περισσότερες φορές ούτε μας ταιριάζουν ούτε μας εξυπηρετούν. Οι άνθρωποι κατέληξαν σήμερα να είναι μόνοι ανάμεσα σε ανθρώπους. Μόνοι και ως επι το πλείστον μελαγχολικοί. Μελαγχολικοί για μια ζωή που τους έχουν πείσει ότι τους αξίζει αλλά δεν λέει να ‘ρθεί.

Το facebook είναι η τελευταία και πιο χαρακτηριστική ένδειξη τού πόσο αφόρητη έχει γίνει στους περισσότερους η καθημερινότητά τους. Απορρίπτωντας  ο καθένας να είναι ή να γίνει ο συναρπαστικότερος εαυτός του, να σχεδιάσει τη ζωή του με τα δικά του μέτρα και να διεκδικήσει την επικοινωνία του με κάθε τρόπο, νιώθωντας έτσι πραγματικά την ποικιλία των συναισθημάτων της με γεύση, χρώμα και αφή, επιλέγει να ζήσει μέσα σε ένα ψηφιακό όνειρο. Ένα ψηφιακό όνειρο που τον απομακρύνει ακόμα περισσότερο από την πραγματική του ζωή και κάνει βαθύτερη και περισσότερο ανυπόφορη τη μοναξιά του κάθε φορά που κλείνει τον υπολογιστή  του και μένει αντιμέτωπος και μόνος με τον εαυτό του. Και όλα αυτά επειδή τίποτα γύρω του δεν του (υπεν)θυμίζει πλέον ότι μόνο η πραγματική ζωή και ο πραγματικός του εαυτός μπορούν να είναι η πιο συναρπαστική, απρόσμενη και μαγική αλληλεπίδραση… Αυτό όμως το  φυσικό «απρόσμενο» της ζωής φαίνεται να ανησυχεί τους περισσότερους και να μην τους πείθει με το ρίσκο του, τη στιγμή που υπάρχουν λογισμικά «πακέτα» που υπόσχονται σίγουρη κοινωνική αναγνώριση και ευτυχία.  Όμως, αυτό δεν είναι παρά μια σύγχρονη πλάνη που λειτουργεί ως παυσί-λυπο της σύγχρονης ζωής μας. 

 *Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 09/08/2010, Αρ. Φύλλου 31.061, σ. 19.

** Το ίδιο άρθρο, σε μια πιο σύντομη εκδοχή, δημοσιεύθηκε αρχικά στην εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ” με τίτλο “Η ψηφιακή εκδοχή της επιθυμητής ζωής μας”  ( 21/07/2010, Αρ. Φύλλου 10.504, σ. 10.).

 

«Η παιδεία είναι λειτούργημα και κατά κύριο λόγο πνευματικό. Σε αυτού του είδους τα έργα δεν γίνονται όλα με χρήματα (…)»

Ευάγγελος Παπανούτσος

Του Τάσου Α. Μπάρμπα*

Την Τετάρτη 5 Μαΐου ψηφίστηκε κατά πλειοψηφία από την εθνική μας αντιπροσωπεία το πολυνομοσχέδιο της παιδείας που θα «αναβαθμίσει το ρόλο του εκπαιδευτικού και θα επιφέρει αξιοκρατία στην εκπαίδευση», υποβαθμίζοντας ωστόσο χωρίς όριο και χωρίς αντίστοιχο προηγούμενο στις τελευταίες δεκαετίες, την ιδιωτική εκπαίδευση και τους λειτουργούς της.

Η όποια προσπάθεια ερμηνείας αυτής της αδιαπραγμάτευτης -όπως εν τέλει πρόεκυψε- επιλογής (ή εμμονής) από την υπουργό να εισαγάγει την ιδιωτική εκπαίδευση και τους λειτουργούς της στο χρηματιστήριο της αγοράς, δεν είναι καθόλου εύκολη με λογικά επιχειρήματα: είναι ίσως αδύνατη, αν όχι ακατόρθωτη.

Όχι μόνο γιατί ανέτρεψε άκομψα, χωρίς κανέναν ενδοιασμό και πολιτική ευπρέπεια την οποιαδήποτε διαβούλεση και διαπραγματευτική διαδικασία ή συμφωνία είχε προηγηθεί, αλλά και επειδή οι συγκεκριμένες επιλογές της για την ιδιωτική εκπαίδευση στο τελικό κείμενο του πολυνομοσχεδίου αντιτίθενται τελικά στην ίδια τη φιλοσοφία του και στις υποτιθέμενες επιδιώξεις του για αξιοκρατία και ισοτιμία στον εκπαιδευτικό χώρο.  Αρκεί κανείς να διαβάσει τα πρακτικά της συζήτησης στη Βουλή, εστιάζοντας στην ομιλία της ίδιας της υπουργού για να διαπιστώσει ότι η ιδιωτική εκπαίδευση και οι λειτουργοί της είναι σχεδόν ανύπαρκτοι στις αναφορές της. Λες και δεν υπάρχουν. Και όταν υπάρχουν, τα λόγια που τους αφορούν είναι μισά και ανολοκλήρωτα. Αλλιώς: μισές αλήθειες, ολόκληρα ψέματα.

Η υπουργός κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Η κοινοβουλευτική της ομιλία, συγκρινόμενη με τις τελικές επιλογές της για την ιδιωτική εκπαίδευση, είναι γεμάτη αντιφάσεις. Αντιφάσκει η υπουργός όταν επικαλείται τον μεγάλο Παπανούτσο: «Η παιδεία είναι λειτούργημα και κατά κύριο λόγο πνευματικό. Σε αυτού του είδους τα έργα δεν γίνονται όλα με χρήματα (…)» και παραδίδει τελικά το ιδιωτικό κομμάτι της εκπαίδευσης χωρίς όρους στους ιδιοκτήτες – επιχειρηματίες. Αντιφάσκει, επίσης, όταν επικαλείται ενιαίο και ισότιμο σύστημα εισαγωγής στην εκπαίδευση: «Θέλουμε έναν τρόπο εισαγωγής όλων. Θα υπάρχει ο διαγωνισμός του ΑΣΕΠ και δεν θα υπάρχει καμία εξαίρεση (…)» και εξαιρεί από αυτές τις διαδικασίες τους νεοπροσληφθέντες στην ιδιωτική εκπαίδευση. Αντιφάσκει γενικώς και με μεταρρυθμιστικό ύφος: το θεάτρο του παραλόγου.

Δεν ήταν όμως μόνη της. Σε αυτόν τον κραυγαλέο και κυρίως συνταγματικά ασυμβίβαστο διαχωρισμό της ιδιωτικής από τη δημόσια εκπαίδευση, το σύνολο των συμμετεχόντων στη συζήτηση βουλευτών, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, παρέμειναν επι της ουσίας αδιάφοροι και μέσα από τις ασυνάρτητες τοποθετήσεις τους βοερά σιωπηλοί. Αδειανά πουκάμισα που ανεβοκατέβαιναν στο βήμα με κομματικό χαρτί πορείας, εκτοξεύοντας με τηλεοπτικό ύφος “έτοιμες” λέξεις και τρύπια οράματα.   Το ίδιο το κείμενο του πολυνομοσχεδίου παρά την τόση περισπούδαστη φασαρία γύρω του παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης σε μια ιδιότυπη  μοναξιά: κανείς δεν ασχολήθηκε τελικά πραγματικά μαζί του. Ο δημόσιος κοινοβουλευτικός διάλογος στάθηκε στο ύψος των παραδόσεων της μεταπολιτευτικής ελλάδας. Όλοι κάτι ήθελαν να πουν, αλλά δεν το είπαν. Οι ιδιωτικές απόψεις των πολιτικών είθισται να διεφέρουν πάντα από τις δημόσιες: το κόστος είναι μεγάλο έως δυσβάσταχτο και αυτοί πολύ μικροί για να το σηκώσουν.

Την “συγκρατημένη” αναστάτωση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών λειτουργών με την οποία υποδέχθηκαν την πρώτη δημοσιοποίηση του κειμένου του πολυνομοσχεδίου ακολούθησε, νομίζω, μετά την ψήφισή του, μια βουβή έκπληξη. Μια αμηχανία. Το θαύμα που όλοι περιμένανε δεν ήρθε. Σειρά έχει τώρα ο θυμός, ο φόβος, η ανασφάλεια, η παρακολούθηση ενός έργου που πιθανόν να έχει και στοιχεία υπερπαραγωγής: η “δημιουργική” εκτόνωση των ιδιοκτητών που τόσα χρόνια δεν μπορούσαν να κάνουν κουμάντο στο μαγαζί τους.

Η επόμενη μέρα θα είναι δύσκολη για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς. Η ευρύτερη συγκυρία όμως της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας προσφέρεται για προβληματισμό: για πραγματική αφύπνιση.  Ο χώρος της ιδιωτικής εκπαίδευσης είναι ο πρώτος που δέχεται στο πλαίσιο των τελευταίων καταιγιστικών οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων ένα συνολικό πλήγμα: ένα ολοκληρωτικό ξεπούλημα. Πριν ξεκινήσουμε να θυμώνουμε, να φωνάζουμε, να υποχωρούμε  ή να αναδιαπραγματευόμαστε τη στάση μας με κάθε τρόπο και προς κάθε κατεύθυνση οφείλουμε ως εκπαιδευτικοί και ως πολίτες να θέσουμε επιτέλους τα σωστά ερωτήματα στον εαυτό μας. Να σταματήσουμε να είμαστε τυφλοί μπροστά στο ορατό: ζούμε στην κοινωνία που δημιουργήσαμε με τις επιλογές μας, έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν.

Γιατί το κοινωνικό και πολιτικό μας σύστημα, οι πολιτικοί που ελάχιστους πλέον πείθουν, αλλά πάντα για κάποιο μικρό ή μεγάλο αντάλλαγμα τους ξαναψηφίζουμε, οι κάθε τύπου συμβάσεις και υποχωρήσεις μας για να βολευτούμε και να παραμείνουμε στις επάλξεις του μεταπολεμικού ελληνικού ονείρου, η διαφορετικότητα και η αντιφατικότητα του ιδιωτικού και του  δημόσιου λόγου μας,  οι εύκολες λύσεις και οι πρόχειρες κριτικές κάθε τύπου και προς πάσα κατεύθυνση, η ανοχή μας στην μπουρδολογία και τις μεγάλες θεωρίες, το τρύπιο όνειρο στο οποίο μπήκαμε και δε θέλουμε με τίποτα να βγούμε… όλα αυτά είναι το αποτέλεσμα τη δικής μας συγκατάθεσης, της δικής μας καθημερινής εναλλαγής από την αλήθεια στο βολικό ψέμα.

Έτσι, φαίνεται ότι δεν είναι μόνο η υπουργός που στην συγκεκριμένη συγκυρία έκανε πως δεν καταλαβαίνει. Όλοι μας εδω και πολλά χρόνια πράττουμε συστηματικά ακριβώς το ίδιο. Υποκρινόμαστε πως δεν καταλαβαίνουμε ή πως δεν βλέπουμε για χάρη μιας αναβαλλόμενης ευτυχίας, παραμένοντας ωστόσο διαρκώς δυστυχείς και ξένοι με τον εαυτό μας.

Η σημερινή συγκυρία όπου όλα καταρρέουν μέσα από την αποκάλυψη τού αληθινού τους προσωπείου είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να  προσπαθήσουμε να γίνουμε ειλικρινείς ανα-γνώστες της καθημερινής μας ζωής και των αναγκών μας και να δημιουργήσουμε όνειρα ρεαλιστικά.  Να αρχίσουμε να συμμετέχουμε ενεργά και χωρίς καθοδηγητές σε όλες τις δημοκρατικές διαδικασίες, να επιζητούμε να έχουμε λόγο για τις εξελίξεις ακόμα και όταν αυτές δεν μας αφορούν άμεσα, να αντιδρούμε στο ψέμα και να το απομονώνουμε, να απαιτούμε από τις κάθε τύπου πολιτικές ή συνδικαλιστικές ηγεσίες διαφάνεια, ανοιχτές διαδικασίες και αποτελέσματα που κάνουν πραγματικά τη ζωή μας καλύτερη, να μη συγχωρούμε εύκολα και να (δηλώνουμε ότι) έχουμε πάντα εναλλακτικές επιλογές.

Είναι ανάγκη νομίζω να ξεκινήσουμε επιτέλους να σεβόμαστε τον εαυτό μας και να επαναστατήσουμε αλλάζοντας πρώτα τη δική μας ζωή. Μια ζωή όπου τα κάθε είδους οράματα θα προκύπτουν απο τη συνειδητότητα των δικών μας πραγματικών επιθυμιών. Και αυτή τη ζωή κανένας υπουργός δεν θα μπορεί να την αγοράσει ή να την πουλήσει με τη σημερινή σχετική ευκολία. Γιατί οι πολιτικοί διαχειριστές θα ξέρουν τότε ότι κάθε τέτοια ζωή έχει τη δική της μνήμη, τη δική της άποψη, το δικό της σχήμα και περιφέρεται ανάμεσά τους σε εγρήγορση χωρίς να μπορούν να της κρεμάσουν καρτελάκι με τιμή.

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ”, 16/05/2010, Αρ. Φύλλου 30981, σ.11


Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 2 other followers

Archives

Twitter Updates

Error: Twitter did not respond. Please wait a few minutes and refresh this page.

Blog Stats

  • 1,421 hits
August 2017
M T W T F S S
« Jan    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  
Follow me on ResearchGate