tasosbarmpas

Author Archive

Αγαπητοί γονείς και κηδεμόνες

Αγαπητοί φίλοι των οικογενειών

Αγαπητοί συνάδελφοι και στελέχη της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής

Σας καλωσορίζουμε όλους και με μεγάλη χαρά στην αποψινή βραδιά, όπου οι μαθητές και οι μαθήτριες της Α’ τάξης έχουν ετοιμάσει μαζί με τις δασκάλες τους και θα μας παρουσιάσουν, το χριστουγεννιάτικο θεατρικό τους έργο «Ο Καρυοθραύστης». Ένα έργο ευρέως γνωστό, το οποίο θα επιχειρήσουν να του προσδώσουν τη δική τους ερμηνεία, το δικό τους χρωματισμό, να αφήσουν το δικό τους παιδικό αποτύπωμα. Είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρουν.

Εύχομαι λοιπόν να απολαύσετε τη σημερινή βραδιά και να καμαρώσετε φυσικά τα παιδιά σας, το οποίο είναι και το βασικό ζητούμενο.

Θα μου επιτρέψετε αρχικά, πολύ σύντομα, να αναφέρω και να ευχαριστήσω προκαταβολικά όλους όσους εργάστηκαν για τη σημερινή παράσταση. Ξεκινώ από τις δασκάλες της Α’ τάξης, τις κυρίες Σωτηρία Οικονόμου και Μαίρη Ασλανίδου, οι οποίες είχαν τη συνολική ευθύνη και το συντονισμό ολόκληρης της προετοιμασίας που μας οδήγησε σήμερα εδώ. Πολλή δουλειά, πολλές πρόβες και πολλή αγάπη και αφοσίωση ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της πολυεπίπεδης προσπάθειάς τους. Τις ευχαριστούμε πολύ και από την καρδιά μας.

Ευχαριστώ, επίσης, την εικαστικό μας κα. Ιωάννα Στρατόγλου, η οποία δε σταματά να μας εκπλήσσει με τις εμπνευσμένες δημιουργίες της… από τη χειροποίητη πρόσκληση της εκδήλωσης, τη χριστουγεννιάτικη διακόσμηση του σχολείου, τα εκπληκτικά σκηνικά της παράστασης, αλλά και από την αφοσίωση και το πάθος με τα οποία εργάζεται καθημερινά με όλους τους μαθητές μας, καλλιεργώντας τους συστηματικά την αγάπη για την εικαστική τέχνη και τη δυνατότητα να συναντήσουν έτσι σε αυτήν, όποιο και αν είναι το ταλέντο τους, την προσωπική τους έκφραση. Την ευχαριστούμε πολύ και χαιρόμαστε ακόμα περισσότερο που συναντηθήκαμε και είναι μαζί μας.

Η κα. Αλεξάνδρα Καραμούτσιου, η μουσικός μας, δε θα μπορούσε φυσικά να λείπει από αυτήν την προετοιμασία. Επιμελήθηκε τη μουσική του έργου αλλά και τα τραγούδια που θα μας τραγουδήσουν οι μαθητές μας, και είναι εκείνη η οποία επίσης φροντίζει να κάνει το μάθημα της μουσικής για όλους μια δημιουργική και διασκεδαστική διαδικασία, με στόχο να αγαπήσουν τη μουσική στο πλαίσιο που πραγματικά τους ταιριάζει. Την ευχαριστούμε και αυτήν, το ίδιο θερμά, για την πολύτιμη καθημερινή συνεισφορά της στους στόχους και το όραμα του σχολείου μας.

Ακολουθεί ο κ. Στέργιος Καμπούρης, ο οποίος είναι πάντα παρόν σε οτιδήποτε και αν οργανώνουμε και στα τρία σχολεία: πάντα διαθέσιμος, πάντα δημιουργικός και για αυτό πάντα και για όλους αγαπημένος και πολύτιμος συνάδελφος.

Ο Ηρακλής Γκίκας, ο έμπειρος συνεργάτης των σχολείων μας, που επιμελείται όπως πάντα τον ήχο και τα φώτα και ο οποίος έχει πάντοτε έκδηλη την απορία στο πρόσωπό του (και όχι αγωνία), σε κάθε πρώτο μας ραντεβού για εκδήλωση, περιμένοντας να ακούσει τι εντυπωσιακό θα του ζητήσουμε να ετοιμάσει.

Τέλος, η κα. Στέλλα Στέφου, η οποία επιμελήθηκε τις χορογραφίες των μαθητών μας για τη σημερινή μας παράσταση, καθώς και όλοι οι εκπαιδευτικοί του σχολείου, οι οποίοι με διάφορους τρόπους και μαζί με τη βοήθεια μαθητών και μαθητριών του Δευτεροβάθμιου προγράμματος υποστήριξαν διαφορετικές ανάγκες αυτής της απαιτητικής προετοιμασίας. Τους ευχαριστούμε όλους πολύ.

Αυτά για τους συντελεστές της παράστασής μας, ενώ τα διαδικαστικά και τις λεπτομέρειες της σημερινής εκδήλωσης, θα σας τα πληροφορήσει η συνάδελφός μου κα. Έλενα Τσάκου, ως παρουσιάστρια τής σημερινής βραδιάς.

θα ήθελα όμως, καθώς οι περισσότεροι από όσους βρίσκετε σήμερα εδώ είστε γονείς φυσικά της Α’ τάξης και έχετε κάνει μια επιλογή για τα παιδιά σας, η οποία έχει προοπτική έξι χρόνων, να μοιραστώ μαζί σας ορισμένες σκέψεις για το σχολείο μας και το όραμα που μας εμπνέει και υλοποιούμε καθημερινά. Προφανώς σε όλους εσάς, σε διαφορετικές συγκυρίες, έχουμε μιλήσει αναλυτικά για όλα όσα συνθέτουν αυτήν την προσπάθεια. Και η συμμετοχή σας πλέον στο Δημοτικό μας σχολείο, ως γονείς των μαθητών μας, σας επιτρέπει και θα σας επιτρέπει φαντάζομαι, όλα αυτά που συζητήσαμε να τα εμβαθύνετε, να τα κατανοήσετε ίσως καλύτερα, εννοώντας πιο πρακτικά και στις λεπτομέρειές τους, αλλά και να διορθώσετε πράγματα που ίσως τα είχατε αντιληφθεί διαφορετικά.

Πέρα όμως από τα δομικά στοιχεία του σχολείου, τα οποία εξασφαλίζουν θεωρούμε ένα ενιαίο και συνεχές πλαίσιο δημιουργικότητας και ουσιαστικής εκπαίδευσης και παιδείας για τους μαθητές μας και μια πολύτιμη και σπάνια εργαλειοθήκη αντίστοιχα για τους εκπαιδευτικούς μας, θα ήθελα να περιγράψω, αν τα καταφέρω, τη βαθύτερη στόχευση όλης αυτής της προσπάθειας. Όπως την αντιλαμβάνομαι προσωπικά και όπως, μεταξύ άλλων, την υπηρετώ.

Θα ξεκινήσω λέγοντας κάτι το οποίο νομίζω οι περισσότεροι, ίσως και όλοι, από όσους ενήλικες βρίσκεστε σήμερα στην αίθουσα, το έχετε πει, το έχετε εξομολογηθεί, λιγότερο ή περισσότερο έντονα και με διαφορετικά είμαι σίγουρος συναισθήματα κάθε φορά. Και αυτό είναι ότι… Η ζωή δεν είναι εύκολη, για κανέναν από εμάς. Ωστόσο, για να θυμηθώ τη συνέχεια που έδωσε σε αυτή τη φράση μια σημαντική εικαστικός καλλιτέχνης, η οποία είπε… και τι με αυτό; Ο καθένας πρέπει να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί με αυτήν. Και αυτό θα συμφωνήσετε είναι πράγματι το ζητούμενο. Αυτό πρέπει, οφείλουμε να είναι το ζητούμενο.

Σε αυτή την προσπάθεια όμως, αν αφαιρέσουμε τις τύχες ή τις ατυχίες της ίδιας της ζωής και για τις οποίες δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά, οι άλλοι είναι η ευτυχία μας ή η δυστυχία μας, για να παραφράσω τον Σαρτρ. Και σε αυτή τη συνεχή και απαραίτητη πορεία αλληλεπίδρασης με τους άλλους μέσα στη ζωή, σε όλες αυτές τις συναντήσεις και τις συναναστροφές μας, συναντούμε θεωρώ καθημερινά ανθρώπους με τους οποίους δυστυχώς δεν μπορούμε συχνά να συνεννοηθούμε. Για να είμαι πιο ακριβής, ανθρώπους που δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πού διαφωνούμε. Συναντούμε ανθρώπους που κάτι θέλουν να πουν, αλλά ποτέ τελικά δεν το λένε – τουλάχιστον όχι τη στιγμή που είναι απαραίτητο αυτό να συμβεί. Ανθρώπους που αδυνατούν να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και που δεν «εκτείθονται» ποτέ. Ανθρώπους που σκουπίζουν τα πόδια τους μόνο όταν μπαίνουν στο δικό τους σπίτι, ανθρώπους «βαθιά ώριμους» που θεωρούν ότι γνωρίζουν την «απόλυτη αλήθεια», αλλά ποτέ δεν παίρνουν τη δική τους θέση στη γραμμή. Ανθρώπους που δεν κατανούν ότι όταν αλλάζουμε θέση, αλλάζει η θέαση αυτού που κοιτάμε. Ανθρώπους που απλώνουν το χέρι μόνο για να πάρουν και όχι για να σε τραβήξουν σε μια πορεία προς τα μπροστά, ανθρώπους που δεν αναγνωρίζουν τη διαφορετικότητα, αφού το σωστό έχει πάντα συγκεκριμένο σχήμα και χρώμα. Ανθρώπους που έχουν χάσει γενικά την υπομονή τους χωρίς να προσπαθήσουν και πολύ, ανθρώπους που πρέπει να ανακαλύψουμε το «κουμπί» τους για να αλληλεπιδράσουμε μαζί τους, και πάντα υπό συνθήκες, ανθρώπους που βλέπουν δυνατότητα και προοπτική μόνο σε ό,τι έχει χαρακτηριστικά που για κάποιο προσωπικό και ωφελιμιστικό λόγο τους ταιριάζουν. Ανθρώπους που τελικά δεν θα συναντηθούμε και δεν θα γνωριστούμε ποτέ πραγματικά. Και είναι κρίμα…

Σε αυτόν τον ιδιότυπο και παράλογο ρεαλισμό, κυκλοφορώντας οι περισσότεροι με αυτήν την καταπιεσμένη και απόλυτα ελεγμένη ανθρώπινη εκδοχή τους, φτιάξαμε τελικά ένα κόσμο που είναι έτοιμος να εκραγεί. Από την ασυνεννοησία. Επιλέγουμε έτσι να ζούμε μια ζωή, που όλα είναι πιθανά, αλλά τίποτα τελικά δε συμβαίνει.

Κάθε φορά που τα σκέφτομαι όλα αυτά, κάθε φορά που περιορίζομαι από όλα αυτά, χωρίς να αγνοώ τους λαμπερούς ανθρώπους που είμαι σίγουρος ότι κυκλοφορούν ανάμεσά μας, αλλά αντίθετα εμπνεόμενος από αυτούς, γνωρίζω ότι το πρόβλημα δεν είναι φυσικά οι ίδιοι οι άνθρωποι, αλλά οι επιλογές τους. Το πρόβλημα δεν είναι το «σύστημα», αλλά η μη κατανόησή του και, επομένως, η διαχείρισή του για χάρη της δημιουργικότητάς μας, της ζωής μας. Βλέπουμε ό,τι γνωρίζουμε, ό,τι έχουμε διδαχθεί και όσο παραμένουμε στην άγνοια, παραμένουμε αντίστοιχα τυφλοί μπροστά στο ορατό: στην δυνατότητα να διεκδικήσουμε και να αλληλεπιδράσουμε με μια ζωή που μας ταιριάζει.

Σε αυτήν την καθοριστική έλλειψη, η μόνη λύση, η μόνη ελπίδα, παραμένει διαχρονικά η εκπαίδευση και η παιδεία. Τίποτα άλλο δεν μπορεί να εξασφαλίσει την πρόσβαση σε μια πραγματική ζωή με προσωπικούς όρους. Μπορεί να ακούγεται ρομαντικό, αλλά δεν είναι. Άλλωστε, για να θυμηθώ τον Χρίστο Τσολάκη, δεν υπάρχει σήμερα πιο ασφαλής ρεαλισμός από το ρομαντισμό. Ο άνθρωπος που μπορεί να επιλέγει τη ζωή του διεκδικώντας τους όρους που του ταιριάζουν, ο άνθρωπος που κατανοεί ότι κάθε ερώτημα μπορεί έχει περισσότερες από μια απαντήσεις, ο ευτυχισμένος και ο ελεύθερος δηλαδή άνθρωπος, πρέπει να είναι η μόνη επιλογή και ο διαρκής στόχος της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Αυτή και μόνο αυτή η πιθανότητα  επίτευξης αυτού του στόχου κάνει το επάγγελμα το δασκάλου μοναδικό, συναρπαστικό, πραγματικό λειτούργημα.

Σε αυτό το πλαίσιο και με αυτό το στόχο και μόνο, το Δημοτικό μας σχολείο, κάτω από αυτό το λαμπρό ίδρυμα, και με την υποστήριξη όλων των ανθρώπων του, από τον Πρόεδρό του μέχρι τον κάθε εργαζόμενο, σχεδιάστηκε από την αρχή και με απόλυτο –αρχικά- ρεαλισμό. Έχουμε, όπως συχνά λέω, τη συνθήκη μιας μαγικής συγκυρίας. Το φυσικό περιβάλλον, το αγρόκτημα, οι εγκαταστάσεις, τα τεχνολογικά εργαλεία, το εκπαιδευτικό υλικό, τα ενιαία βιωματικά και καινοτόμα προγράμματα, όλα βρίσκονται στην κατάλληλη θέση. Αλλά δεν είναι αρκετό. Για να δουλέψουν όλα αυτά, για να ενεργοποιήσουν την παιδευτική διαδικασία με την απαιτούμενη ευελιξία και προσαρμοστικότητα, χρειάζονται την αγάπη, το πάθος, την αφοσίωση και το ρομαντισμό των εκπαιδευτικών. Γιατί οι εκπαιδευτικοί, παντού και στο δικό μας σχολείο, είναι η ψυχή και η κινητήριος δύναμή του. Και αυτοί οι εκπαιδευτικοί, οι συνάδελφοί μου, πήραν αυτή τη μαγική συγκυρία, αυτή τη μοναδική συνθήκη που τους προσφέρουμε και την κάνουν καθημερινά για τους μαθητές τους μια μαγική αλληλεπίδραση με τη γνώση και τη ζωή.

Τα παιδιά σας -να είστε σίγουροι- είναι ευτυχισμένα για πολλούς περισσότερους λόγους από όσους πιθανόν φαντάζεστε. Είναι ευτυχισμένα, γιατί μαθαίνουν ακριβώς σταδιακά ότι η ευτυχία τους περνά μέσα από την κατανόηση, την αποδοχή και τη συνεργασία με τους άλλους. Γιατί μαθαίνουν να σέβονται τους άλλους και με τον τρόπο αυτό τον εαυτό τους. Είναι ευτυχισμένα γιατί ανακαλύπτουν οι ίδιοι τη γνώση καθημερινά και κατανοούν ότι δικαιούνται και μπορούν να συμμετέχουν από τώρα στο μετασχηματισμό του κόσμου γύρω τους. Είναι ευτυχισμένα γιατί τους διδάσκουμε να ζητούν συγγνώμη, αλλά και να διεκδικούν το δίκιο τους. Είναι ευτυχισμένα γιατί τους μαθαίνουμε κυρίως και πάνω από όλα να συνομιλούν και επομένως να ορίζουν σταδιακά το χώρο που τους ταιρίαζει και έχουν περισσότερο ανάγκη. Να σχεδιάζουν δηλαδή τη ζωή που έχει το σχήμα, τη γεύση και το χρώμα που ταιριάζει στον καθένα χωριστά. Και όλα αυτά χάρη στη συνεχή προσπάθεια των εκπαιδευτικών μας και του σχολείου μας, που είναι το δημιουργικό τους εργαστήρι.

Σήμερα, λοιπόν, που βρισκόμαστε όλοι εδώ για να χειροκροτήσουμε τους μαθητές μας και παιδιά σας για την προσπάθειά τους, είναι σημαντικό θα συμφωνήσετε να τιμήσουμε και αυτούς που εργάζονται καθημερινά για αυτούς. Που τους εκπαιδεύουν να γίνουν η καλύτερη εκδοχή του εαυτού τους και κάνουν έτσι το όραμα ενός καλύτερου κόσμου πιθανό. Επιτρέψτε μου σας παρακαλώ να σας παρουσιάσω και να σας ζητήσω να προσφέρετε το πρώτο ζεστό σας χειροκρότημα τους εκπαιδευτικούς μας και το διοικητικό προσωπικό του Δημοτικού σχολείου. Τους οφείλουμε πολλά και σήμερα μπορούμε πάλι να τους το πούμε με αυτόν τον τρόπο. Η επιτυχία του σχολείου τούς ανήκει και η συνέχισή της εξαρτάται από αυτούς.

Κλείνοντας, θέλω να σας καλέσω όλους να στηρίξετε αυτήν την προσπάθεια. Να στηρίξετε τους εκπαιδευτικούς, τα σχολεία μας, τα παιδιά σας. Σας εύχομαι μια όμορφη βραδιά, Καλά Χριστούγεννα και ο νέος χρόνος να είναι γεμάτος δημιουργικές και ευτυχισμένες στιγμές για τις οικογένειές σας και τους ανθρώπους που αγαπάτε.

Ευχαριστώ πολύ.

* Ομιλία στη Χριστουγεννιάτικη γιορτή της Α’ τάξης του Δημοτικού σχολείου της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής (22.12.2016)  

Του Τάσου Α. Μπάρμπα*

Στη σημερινή σύγχρονη πολύβουη ζωή, οι διάφοροι ήχοι γύρω μας κάνουν θόρυβο πολύ και δεν μας επιτρέπουνε να ακούμε. Η ανθρώπινη φωνή όμως, η ανθρώπινη φωνή, είναι ένας ήχος τελείως διαφορετικός από όλους τους άλλους. Ακόμα κι ένας ψίθυρος, ο πιο μικρός ψίθυρος, μπορεί να ακουστεί πέρα και μακριά από κάθε θόρυβο, όταν φωνάζει την αλήθεια.

Μια τέτοια φωνή υπήρξε ο Χρίστος Τσολάκης. Μια φωνή η οποία, για όσους ήθελαν ή καλύτερα άντεχαν να ακούσουν, υπήρξε καθαρή, κρυστάλλινη, ασυμβίβαστη, ακούραστη, γεμάτη χρώματα πολιτισμού, αξίες και ξεχασμένα ιδανικά που σήμερα απουσιάζουν όχι μόνο από τον εκπαιδευτικό λόγο, αλλά και από το δημόσιο βίο. Κυρίως, όμως, υπήρξε μια φωνή γεμάτη από αγάπη και πάθος για την ελληνική γλώσσα και τον ελεύθερο άνθρωπο, τον ελεύθερο άνθρωπο που μπορεί να διαμορφώσει η σωστή εκπαίδευση και, κυρίως, η αληθινή παιδεία.

Στο μακρύ χειμώνα της εκπαιδευτικής πραγματικότητας της χώρας, ο Χρίστος Τσολάκης υπήρξε για όλους τους μαθητές του και για όλους όσους είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν ή να παρακολουθήσουν διάλεξή του μια διαρκής άνοιξη. Οι διδασκαλίες του στα αμφιθέατρα και όπου αλλού, αποτελούσαν πάντoτε ένα φως που έδειχνε σε όλους τους μαθητές του το δρόμο, το δύσκολο αλλά το σωστό δρόμο, αποτελούσαν ένα φως που φώτιζε, που ζέσταινε και συν-κινούσε τις ψυχές τους, ένα φως που τροφοδοτούσε ασταμάτητα την πεποίθησή τους για τη σημαντικότητα τού λειτουργήματος που θα επιτελέσουν.

Ως φοιτητής του στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, συνάντησα και διδάχθηκα για πρώτη φορά, μαζί με τόσους άλλους συναδέλφους μου, το πάθος της διδασκαλίας, τη δύναμη της ψυχής και της γλώσσας. Ένιωσα πώς μπορεί ένας δάσκαλος, πέρα από την επιστημονικότητά του, να σε μαγέψει, να σε υπνωτίσει και να σε αναστατώσει παράλληλα, να σε κινητοποιήσει, να σου εμφυσήσει όραμα και στόχους. Να σε κάνει να αισθανθείς σημαντικός, χρήσιμος, μοναδικός, πολύτιμος για την εκπαίδευση για κάθε έναν από τους μαθητές σου χωριστά. Τον θυμάμαι να στέκεται στη μέση του αμφιθεάτρου, να κλείνει τα μάτια, να ανοίγει τα χέρια και να διευθύνει τις ψυχές μας, να σμιλεύει διακριτικά τα όνειρά μας. Στο αμφιθέατρο επικρατούσε πάντοτε αρχικά ένας συνωστισμός. Οι φοιτητές καθόντουσαν όπου μπορούσαν, μερικές φορές και ο ένας πάνω στον άλλο. Και μετά, μετά ακολουθούσε η σιωπή. Μια σιωπή σχεδόν θρησκευτική, από το φόβο μας να μη χαθεί ούτε μια του λέξη.

Ως συνεργάτης του αργότερα διδάχθηκα την εντιμότητα, την καθαρότητα, τη φιλοτιμία, την αγάπη στον άνθρωπο. Κυρίως όμως διδάχθηκα την εργατικότητα. Ο Χρίστος Τσολάκης διάβαζε και έγραφε καθημερινά. Δούλευε ασταμάτητα. Ενδιάμεσα, κατά τη διάρκεια της ημέρας, πλήθος κόσμου θα ερχόταν στο γραφείο του για να τον δει, να ανταλλάξει ορισμένες κουβέντες. Τους έβλεπε όλους. Υπομονετικά. Και μετά συνέχιζε να δουλεύει, να κανονίζει διδασκαλίες. Κάποιες φορές, όπως έχει ξαναγραφτεί, μας ενημέρωνε ότι πετάγεται για λίγο στο σπίτι να φάει και θα επιστρέψει πάλι σύντομα. Έξω όμως ήταν ήδη σκοτεινά και είχε βραδιάσει.  Τέτοιο και τόσο ήταν το πάθος του για τη δουλειά του.

Οι φοιτητές του ήμασταν η προτεραιότητά του. Η διδασκαλία στην τάξη δεν έχει πεπατημένες, συνήθιζε να μας λέει. Αν είχε θα τις ακολουθούσαμε όλοι. Δε χρειαζόμαστε, υποστήριζε, ένα δάσκαλο που εφαρμόζει μόνο διδακτικές στρατηγικές και μαθησιακά μοντέλα. Χρειαζόμαστε έναν δάσκαλο που επιδιώκει να αφουγκραστεί τις ψυχές των μαθητών του. Να τις αφυπνίσει, να τις κινητοποιήσει, να συναντήσουν ο ένας τον άλλο κι όλοι μαζί το όνειρο και την επιθυμία, την επιθυμία και το όνειρο της γνώσης και της καλλιέργειας της ψυχής.

Κι αυτή η προτροπή του είναι για μένα και η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του. Διότι πίστευε ότι ο δάσκαλος δεν είναι και δεν μπορεί να είναι μόνο η γνώση που διαθέτει. Πάντα θα υπάρχουν άλλωστε βιβλία που γνωρίζουν πολύ περισσότερα. Σε ένα κόσμο που αλλάζει με αυτές τις ταχύτητες, σε έναν κόσμο όπου η γνώση είναι διαθέσιμη παντού και από τόσα μέσα, δεν γνωρίζουμε και δεν μπορούμε να προβλέψουμε πραγματικά ούτε τις εξελίξεις στο επιστημονικό πεδίο, ούτε το πώς θα είναι ο κόσμος σε 10 χρόνια, όταν αυτοί οι μαθητές εδώ σήμερα θα βγουν για να τον αντιμετωπίσουν. Επομένως, αυτό που χρειάζεται να κάνουμε είναι να τους διδάξουμε τον τρόπο απόκτησης της γνώσης και όχι να τους την προσφέρουμε έτοιμη. Είναι ανάγκη να συναντηθούμε μαζί τους, να τους εμπνεύσουμε και να τους πείσουμε να συνομιλούν και να διαλογίζονται καθημερινά με τη ζωή γύρω τους. Να είναι ελεύθεροι, ανοιχτοί και δημοκρατικοί. Να αμφισβητούν, να θέτουν ερωτήσεις και να αναζητούν διαρκώς απαντήσεις για όλα. Να συμμετέχουν και να διαμορφώνουν οι ίδιοι τα όνειρα, τις επιθυμίες και τον κόσμο που θέλουν να ζήσουν. Αυτόν το δάσκαλο, αυτό το μαθητή οραματίστηκε, αυτό το δάσκαλο και αυτόν το μαθητή μάς δίδαξε ο Χρίστος Τσολάκης.

Η φωνή του όμως, αυτή η φωνή που έβγαινε από την καρδιά του για να καταλήξει στις καρδιές μας, παρότι είχε τόσες πολλές αλήθειες ακόμα να μας εκμυστηρευτεί, τόσες ανθρώπινες ψυχές να αφυπνίσει, σίγησε για πάντα το καλοκαίρι του 2012. Θα συνεχίσει όμως να ψιθυρίζει αδιάκοπα μέσα μας, να οδηγεί όλους τους δασκάλους και τις δασκάλες μέσα στις σχολικές αίθουσες και να εμπνέει τις διδασκαλίες μας. Αν ο Χρίστος Τσολάκης ήταν σήμερα εδώ, ίσως να έλεγε σε αυτούς τους μαθητές και τις μαθήτριες που αποφοιτούν σήμερα, αυτό που είχε πει κάποτε, κλείνοντας ένα από τα συνέδριά του, σε εκατοντάδες δασκάλους που το παρακολουθούσαν.

Στη ζωή σας, μας είπε τότε, πάρα πολλοί άνθρωποι θα προσπαθήσουν να σας πείσουν ότι είστε κότες. Δεν είστε κότες. Είστε αετοί. Ανοίξτε τα φτερά σας και πετάξτε.

Και θα πετάξουμε δάσκαλε. Όλοι όσοι πιστέψαμε σε εσένα. Και θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για έναν καλύτερο άνθρωπο, για έναν ελεύθερο άνθρωπο, για έναν πιο δίκαιο κόσμο. Όπως μας δίδαξες, όπως το επιθυμούσες.

* Ομιλία στο πλαίσιο αφιερώματος στη μνήμη του Χρίστου Τσολάκη, στην Τελετή Αποφοίτησης της Στ’ τάξης του Εληνογαλλικού Κολεγίου ΔΕΛΑΣΑΛ, Ιούνιος 2013

Του Τάσου Α. Μπάρμπα*

Η βία σήμερα δεν υπάρχει μόνο στα σχολεία, που είναι το πιο σημαντικό και μας ενδιαφέρει άμεσα. Υπάρχει, νομίζω, δυστυχώς, παντού γύρω μας: στις εργασιακές μας σχέσεις, στις καθημερινές μας συναναστροφές κάθε τύπου, στις οικογένειες μας. Η βία όπως και αν εκφράζεται είναι, κατά την άποψή μου, το αποτέλεσμα των ανεκπλήρωτων επιθυμιών μας, της υπολανθάνουσας αντίληψης που έχουμε για τον εαυτό μας και για τις σχέσεις μας με τους άλλους, της αναστολής των μεγενθυμένων επιθυμιών μας. Είναι η αντίδραση μας στην ακύρωση της ζωής που διδαχθήκαμε λανθασμένα να επιθυμούμε και η οποία, όπως είναι λογικό, συνήθως δεν έρχεται ποτέ. Μιας ζωής που δε σχεδιάσαμε στο μέγεθός μας, αλλά συνεχίζουμε να θεωρούμε ότι μας ταιριάζει.

Κυρίες και κύριοι,

Επιτρέψτε μου να τολμήσω να πω ότι σήμερα ζούμε κυριολεκτικά μια «εικονική πραγματικότητα». Μια πραγματικότητα όπου οι περισσότεροι γύρω μας συμπεριφέρονται με όρους μιας ζωής που δεν τους ανήκει, αλλά είναι σίγουροι ότι τους αξίζει. Μια πραγματικότητα στην οποία κυριαρχεί η ανασφάλεια, η καχυποψία, ο ατομικισμός, το χρήμα, ο καταναλωτισμός και πάνω από όλα η «όμορφη» εικόνα. Μια πραγματικότητα όμως από την οποία, δυστυχώς, φαίνεται να λείπει όλο και περισσότερο η ανθρώπινη επικοινωνία, το βασικό και πιο θεμελιώδες δηλαδή συστατικό της ύπαρξής μας.

Ξεχάσαμε, από επιλογή μας, αυτό που είναι μπροστά μας. Συνεχίζουμε να στεκόμαστε τυφλοί μπροστά στο πραγματικό, το απτό και προχωρήσαμε ζώντας παράλληλες ζωές με βάση τις δανεικές επιθυμίες μας. Προχωρήσαμε επιδιώκοντας άγαρμπα την ανατροπή χωρίς να διδαχθούμε πρώτα τη σύμβαση. Και αυτό για μένα είναι το πιο σημαντικό. Να διδαχθούμε τη σύμβαση. Το ορατό. Αυτό στο οποίο μπορούμε όλοι να συμφωνήσουμε ότι υπάρχει. Γιατί σήμερα δεν είναι ότι διαφωνούμε. Είναι ότι δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε γιατί διαφωνούμε.

Οφείλουμε, λοιπόν, νομίζω, όσοι εμπλεκόμαστε στην εκπαίδευση παιδιών, κάθε ηλικίας, να διδάξουμε πρώτα και κύρια την όραση του πραγματικού. Μας λείπει ο ρεαλισμός. Και αν θεωρείτε, όπως φαντάζομαι, ότι ως εκπαιδευτικός θα έπρεπε να μιλώ για τα όνειρα, θα σας απαντήσω ότι κάνενα όνειρο της ανθρωπότητας που πέτυχε, μικρό ή μεγάλο,  δε βασίστηκε ποτέ σε εικόνες φανταστικές. Αντίθετα γεννήθηκε από την συνειδητοποίηση της πραγματικότητας και την ανάγκη αλλαγής της προς μια κατεύθυνση που συμφώνησαν εκείνοι που το επιχείρησαν ότι είναι εφικτή.

Αν θέλουμε λοιπόν πραγματικά οι μαθητές και οι μαθήτριές μας να ονειρευτούν πρέπει να τους διδάξουμε ότι πρέπει πρώτα να ξυπνήσουν. Να ανοίξουν τα μάτια τους, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Να βάλουν στη ζωή τους φως. Τόσο φως που θα μπορούν να βλέπουν τα πράγματα στις πραγματικές τους διαστάσεις. Τόσο φως που θα μπορεί ο καθένας τους να αντιληφθεί και να σχεδιάσει τη ζωή του, όπως του ταιριάζει. Τόσο φως που ο καθένας τους θα μπορεί και πρέπει να επιδιώξει να γίνει ο καλύτερος εαυτός του.

Σήμερα, δυστυχώς, για να θυμηθώ τον Karl Kraus, ο ήλιος του πολιτισμού είναι χαμηλά. Τόσο χαμηλά που ακόμα και οι νάνοι κάνουν μεγάλες σκιές. Και αυτά τα παιδιά που αποφοιτούν σήμερα, όπως και όλα τα παιδιά, είναι οι φορείς της ελπίδας μας για ένα αύριο χωρίς σκιές. Για ένα αύριο γεμάτο διαφορετικότητα, αλληλοσεβασμό και πάνω από όλα πραγματική επικοινωνία. Γιατί χωρίς επικοινωνία δεν υπάρχει ελπίδα. Και χωρίς ελπίδα δεν υπάρχει ούτε χαρά ούτε ζωή.

Εύχομαι σε όλους εδώ να συναντήσουν στη ζωή τους ανθρώπους που θα τους βοηθήσουν να ανακαλύψουν τον πραγματικό τους εαυτό και τις αληθινές τους επιθυμίες, ανθρώπους που θα τους προετοιμάσουν να πουν ο καθένας χωριστά τα σωστά όχι και τα σωστά ναι στη ζωή τους. Καλή τύχη.

* Ομιλία για τη σχολική βία στο πλαίσιο της Τελετής Αποφοίτησης των μαθητών/τριων της Στ’ τάξης του Ελληνογαλλικού Κολεγίου ΔΕΛΑΣΑΛ, Ιούνιος 2012

Του Τάσου Α. Μπάρμπα*

Από τότε που οι άνθρωποι «τρώγανε πέτρες» και προσκυνούσανε τη φωτιά η περιέργεια ήτανε το πιο ενοχλητικό και εύχρηστο (για ορισμένους) ελάττωμά τους. Με ψυχολογικούς όρους, η προσαρμογή τους δεν ήτανε ποτέ ομαλή. Κάθε πράγμα έπρεπε να έχει το όνομά του και ήταν απαραίτητο (για λόγους ασφαλείας) να γνωρίζουν τις διαθέσεις του. Ό,τι όμως δε μπορούσε να εξηγηθεί έπρεπε υποχρεωτικά να ανυψωθεί σε μια υπέρτατη θεότητα. Αυτή η εκλογή δεν υπήρξε τυχαία. Αν κάποιος μπορεί να ρίχνει τόσο νερό από τον ουρανό, σίγουρα μπορούσε μια μέρα να ξεχαστεί και να τους πνίξει. Ο φόβος υφίσταται στο βαθμό που κυριαρχεί η άγνοια, ενώ η εξουσία και ο έλεγχος υφίστανται στο βαθμό που κατέχουν (ή υποστηρίζουν ότι κατέχουν) τη γνώση και τις σωστές απαντήσεις. Δεν είναι τυχαίο που φοβόμαστε μέσα στο απόλυτο σκοτάδι (δεν βλέπουμε και συνεπώς δεν γνωρίζουμε), ούτε αποτελεί σύμπτωση που οι περισσότεροι θαυμάζουν και διαδίδουν πράγματα που στην πραγματικότητα δεν καταλαβαίνουν. Δεν ήταν έτσι καθόλου δύσκολο να κατανοηθεί από ορισμένους ότι η αλήθεια δεν πρέπει να αποτελεί μια προσωπική υπόθεση: μια ατομική διαλεκτική. Κάτι τέτοιο θα ήταν απόλυτα καταστροφικό. Αν δεν τη γνωρίζει ένας Θεός, ή ένας τυφλός (!) μάντης (μέντιουμ), τότε ο κάτοχός της πρέπει να είναι τουλάχιστον ένα μεγαλοφυές πνεύμα, μια μοναδική αυθεντία με τεράστια αντιληπτική ικανότητα (υδροκέφαλος) και γνώση. Η ιστορία διαγράφεται έτσι με μια μάζα που φοβάται και «κοιμάται» αδιάκοπα (με ανοιχτά τα μάτια) και μια μειοψηφία που γνωρίζει και μπορεί να προβλέπει το μέλλον με τα μάτια κλειστά.

Αργότερα, όταν ο «κοινός» νους πέρασε τις δύσκολες περιόδους της παιδικότητας (άγνοια, αδιαφορία) και της εφηβείας του (ταύτιση με πρότυπα), οι διευκρινιστικές ερωτήσεις άρχισαν τότε να ξεφεύγουν από το μυθικό πλαίσιο και αντλούσαν με ωριμότητα τα επιχειρήματά τους από την πραγματικότητα. Το άσχημο παρόν των ανθρώπων μπορούσε να αντιμετωπιστεί και να εφησυχαστεί μόνο με ένα καλύτερο μέλλον. Οι υπερ-βολικοί μύθοι μπορούσαν να αντικατασταθούν εξίσου τώρα από ωραία και εκλεπτυσμένα μυθιστορήματα ή ακόμα με μια φαντασιόπληκτη ποίηση. Αν δεν μπορούσες να ζήσεις τις επιθυμίες σου εκείνη τη στιγμή, τότε μπορούσες τουλάχιστον να τις ονειρευτείς μέσα από την τέχνη που σου προτείνανε. Η «δανεισμένη» γλώσσα του ονείρου αποτελεί μέχρι τις μέρες μας τη μεγαλύτερη κατασταλτική δύναμη. Γιατί κάθε εξουσιαστική προσπάθεια για ιδεολογικό έλεγχο, από την επινόηση θεοτήτων μέχρι την κανονιστική χρήση και την ιεραρχική δόμηση της γλώσσας (ανώτερη – κατώτερη, σωστή – λάθος χρήση), όπως άλλωστε και όλες οι παραλλαγές των μύθων μέσα στην ιστορία, έχουνε μια βασική αμετάβλητη δομή: ανακαλύπτουν (ξανασκεπάζουν) την κοινωνική πραγματικότητα προτείνοντας πάντοτε την μοναδική και υπερβατική αλήθεια.

Σήμερα είσαι ελεύθερος να επιλέξεις τι είναι σωστό και τι είναι λάθος. Το πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός ότι οι επιλογές σου είναι ήδη επιλεγμένες και περιορισμένες. Η κοινωνία είναι η μόνη αρμόδια να ορίσει το καλύτερο από το χειρότερο, την ποιότητα από τα σκουπίδια. Ο Shakespeare δεν ανήκε πάντοτε στην υψηλή λογοτεχνία. Απέκτησε αυτή τη θέση, όταν θεωρήθηκε ότι οι ιδέες του συμπλέουν με την ιδεολογία της κοινωνίας. Η προσωπική επιλογή μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη γνώση και είναι πολύ πιθανό και σε ανεπιθύμητη σύγκρουση. Για να αντιμετωπιστεί το τελευταίο η ελευθερία ορίζεται με όρια και η ποιότητα περιγράφεται με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Αξίζει έτσι να διαβάζεις μόνο ό,τι θεωρείται «καλή», «μεγάλη», «κλασική» λογοτεχνία.

Αυτό που αμφισβητείται σήμερα δεν είναι η χρησιμότητα του «να ονειρεύεσαι», αλλά το περιεχόμενο και η προέλευση (ο πομπός) του ονείρου. Η πραγματικότητα της ζωής, το ξέρουμε (;) πλέον, δεν αντανακλάται αλλά κατασκευάζεται. Εάν αυτή η πραγματικότητα εδώ και αιώνες λειτουργεί ανασταλτικά για τις επιθυμίες των περισσότερων ανθρώπων μέσα από επιλεγμένες μεθόδους, τότε πρέπει αναγκαστικά να λειτουργεί ενισχυτικά για τις επιδιώξεις των κατασκευαστών της. Τα πράγματα δεν είναι σχετικά ως προς τη λειτουργία τους, αλλά ως προς τον τρόπο θέασης αυτής της λειτουργίας. Κάθε τι εξαρτάται από ποια θέση το βλέπεις στο χώρο και το χρόνο. Το πρόβλημα εντοπίζεται στο ποιος επιλέγει αυτήν την οπτική γωνία κάθε φορά και για ποιο σκοπό. Η άποψη ότι στην ανθρώπινη σκέψη υπάρχουν όρια είναι το ίδιο κωμική με την άποψη ότι κάθε ερώτημα έχει μια μοναδική και ορθή απάντηση. Αν κάθε φωτογραφία γίνεται διαφορετική εάν αλλάξεις απλά και μόνο το κέντρο λήψης της, τότε κάθε άποψη είναι έγκυρη στο βαθμό που μελετά όλα τα πιθανά κέντρα θέασης για να καταλήξει σε αυτό που της ταιριάζει καλύτερα στο μάτι.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ», τεύχος 90, Χειμώνας 1997

Ξεριζωμοί, πληγές και ά-σχημα σημάδια.

Η ιστορία μας.

Των ανθρώπων.

Από πάντα.

Αλλά δε μας ενοχλεί.

Τους περισσότερους.

Οι πληγές, τα σημάδια δε μας αφορούν.

Επιλέγουμε να μην κοιτάμε.

Απλά.

Για να μη θυμόμαστε.

Τις επιλογές μας.

Και συνεχίζουμε να ξεριζώνουμε.

Με κάθε τρόπο.

Κι όχι μόνο ανθρώπινες ζωές.

Αλλά και κάθετί που επιτρέπει τις αναπνοές μας.

Μέχρι να χαθούν και οι τελευταίες.

Και να γίνουν όλα σημάδια.

Αποτυπώματα μιας ζωής που πέρασε, αλλά δεν τα κατάφερε.

Γιατί δεν άκουγε.

Γιατί δεν έβλεπε.

Γιατί δεν ήθελε.

Κρίμα…

Τάσος Α. Μπάρμπας

Κείμενο σε φωτογραφία του Γιώργου Μποντικούλη (Άλμπουμ: Αφαίρεση)

Του Τάσου Α. Μπάρμπα*

Στη σύγχρονη κοινωνία, η ανάπτυξη της τηλεόρασης, και ειδικότερα στη χώρα μας, τα τελευταία χρόνια, μέσω της δημιουργίας ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών και της διαθεσιμότητας δορυφορικών συνδρομητικών καναλιών, η μεγάλη αύξηση των εντύπων κάθε μορφής, η εμφάνιση και η ευρεία διάδοση του Ίντερνετ, των ηλεκτρονικών υπολογιστών, των πολυμέσων αλλά και των κινητών τηλεφώνων, έχουν συμβάλει ώστε να έχουμε μια τεράστια παραγωγή και χρήση εικόνων, καθιστώντας τον οπτικό κώδικα κυρίαρχο στη σύγχρονη επικοινωνία. Ποτέ άλλοτε, σε κανένα τύπο κοινωνίας, δεν υπήρξε τέτοια συμπύκνωση οπτικών κειμένων. Καθημερινά, ο καθένας από εμάς, έρχεται σε επαφή με εκατοντάδες εικόνες, μέσα από τις διαφημιστικές ταμπέλες, τις εφημερίδες, τα περιοδικά, την τηλεόραση, το διαδίκτυο κ.ά.. Η σύγχρονη επικοινωνία είναι πλέον πολυτροπική και ο οπτικός κώδικας συνυπάρχει σήμερα σε μεγάλο βαθμό με το γλωσσικό.

Σε ποιο βαθμό όμως, ως θεατές και χρήστες αυτών των εικόνων, έχουμε τη δυνατότητα να τις διαβάζουμε και να τις αποκωδικοποιούμε; Πόσο είμαστε ικανοί να αντιλαμβανόμαστε την τεχνητή κατασκευή τους, τους τρόπους με τους οποίους επιδιώκουν κάθε φορά την επίτευξή των στόχων τους;

Σήμερα, στην Ελλάδα, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η πλειοψηφία των πολιτών παραμένουν οπτικά αναλφάβητοι, μια πραγματικότητα που τους καθιστά κυριολεκτικά μόνους και αβοήθητους, έναν εύκολο στόχο για κάθε οικονομικό και εμπορικό οργανισμό που επιδιώκει το κέρδος. Μόνους και αβοήθητους απέναντι σε κάθε τύπου εικόνες, κάθε Μέσου, που επιδιώκουν συστηματικά να χαρακτηρίζουν τη ζωή τους ως ανεπαρκή, έτσι ώστε να τους πουλήσουν ένα καλύτερο μέλλον «που τους αξίζει», δημιουργώντας τους ανάγκες και επιθυμίες που δεν τους είναι ούτε χρήσιμες ούτε σημαντικές, αναδιαμορφώνοντας συνεχώς και με γενικούς όρους τα κριτήρια που καθιστούν μια ζωή ονειρεμένη και επιθυμητή, μεγενθύνοντας τους φόβους και τις ανασφάλειές τους, δημιουργώντας τους τελικά μια αίσθηση του ανικανοποίητου για τη ζωή που ζούνε, τους στόχους που θέτουνε, τα όνειρα που διαμορφώνουνε.

Το είδος της οπτικής επικοινωνίας που παράγεται σήμερα από όλα τα Μέσα και η ποιότητά της, οι επιλογές δηλαδή των εικόνων, η ποσότητα και ο τρόπος που χρησιμοποιούνται κάθε φορά δεν είναι τυχαίος. Κάθε Μέσο, προσεκτικά, επιλέγει, οργανώνει και χρησιμοποιεί τις κατάλληλες εικόνες με βάση τα χαρακτηριστικά του κοινού στο οποίο επιθυμεί να απευθυνθεί, αξιολογώντας συνεχώς τα επικοινωνιακά χαρακτηριστικά του τελευταίου. Για παράδειγμα, εύκολα μπορεί να παρατηρήσει κανείς για τις εικόνες των τηλεοπτικών ειδήσεων, που απευθύνονται σε ένα  ευρύ κοινό μεσαίου και χαμήλου μορφωτικού επιπέδου,  ότι το είδος του μοντάζ που χρησιμοποιείται, η αφήγηση και το δραματοποιημένο συχνά ύφος της, η μουσική που συνοδεύει,  η «ψύχραιμη» σοβαρότητα του παρουσιαστή, όλες αυτές οι τεχνικές έχουν ως στόχο τελικά να «διεγείρουν» το φόβο και την ανασφάλεια των θεατών, οι οποίοι, στο βαθμό που δε διαθέτουν τη γνώση να αποκωδικοποιήσουν όλη αυτή την οπτική κατασκευή, προσκολλημένοι στην οθόνη, πανικοβλημένοι και γεμάτη αγωνία, είναι σίγουρο ότι θα περιμένουν το επόμενο δελτίο για περαιτέρω οδηγίες, προκειμένου να αποφύγουν προβλήματα που τις περισσότερες φορές παρουσιάζονται υπερμεγενθυμένα.

Σήμερα, το ποσοστό των πολιτών που λειτουργούν κριτικά στη θέαση των οπτικών κειμένων που παράγονται από το σύνολο των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας είναι μάλλον μικρό και η πραγματικότητα αυτή δεν είναι ανεξάρτητη από την παντελή έλλειψη συστηματικής οπτικής παιδείας στη χώρα μας. Η ανάγκη συνεπώς για οπτικό εγγραμματισμό μέσα από τη βασική εκπαίδευση είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ επιτακτική, αφού μια τέτοια γνώση θα έδινε τη δυνατότητα στους μαθητές και αργότερα πολίτες να επικοινωνούν πιο αποτελεσματικά στο έντονα πολυτροπικό περιβάλλον της εποχής μας, ενώ παράλληλα θα τους επέτρεπε να λειτουργούν κριτικά στη θέαση και τη χρήση των εικόνων της σύγχρονης επικοινωνίας, συμβάλλοντας ίσως με τον τρόπο αυτό διορθωτικά στην ποιότητα και τον τρόπο παρουσίασης τους από τα Μέσα στο σύνολό τους.

Πιο συγκεκριμένα, είναι ανάγκη, από πολύ νωρίς, οι  μαθητές, οι οποίοι αποτελούν τους κατεξοχήν θεατές εικόνων και τους πιο συχνούς χρήστες των μέσων επικοινωνίας, στο πλαίσιο ενός προγράμματος οπτικού εγγραμματισμού που θα ξεκινά από το δημοτικό και θα συνεχίζει ως το Λύκειο, να καταστούν σταδιακά ικανοί να ερμηνεύουν σωστά τα διάφορα οπτικά κείμενα με τα οποία έρχονται καθημερινά σε επαφή, μέσα από την κατανόηση του επικοινωνιακού πλαισίου στο οποίο παράγονται και χρησιμοποιούνται κάθε φορά, τον τρόπο με τον οποίο συντάσσονται και το κοινό στο οποίο απευθύνονται.

Κάθε εικόνα  που χρησιμοποιείται για την επίτευξη ενός επικοινωνιακού σκοπού είναι κωδικοποιημένη και η ερμηνεία που της δινούμε ως θεατές εξαρτάται από μια σειρά αντιλήψεων και πεποιθήσεων που έχουμε για τα πράγματα και στο πλαίσιο των συγκεκριμένων κοινωνικών συμβάσεων που ζούμε. Όσο αληθινή κι αν φαίνεται, εκφράζει το αποτέλεσμα μιας τεχνητής κατασκευής. Αποτελεί μια αναπαράσταση και όχι μια αναπαραγωγή της πραγματικότητας, μέσα από την προσωπική οπτική του κάθε δημιουργού, στην οποία αργότερα, η προσθήκη άλλων στοιχείων καθώς και ο τρόπος με τον οποίο συμβαίνει αυτή, όπως είναι η λεζάντα, το είδος και το ύφος του κειμένου που χρησιμοποιείται σε αυτή, το μέγεθος και το είδος της γραμματοσειράς, η τεχνική επεξεργασία της (στο χρώμα, στο φωτισμό της, στην εστίαση σε συγκεκριμένο τμήμα της κτλ), ή αν πρόκειται για τηλεοπτικές εικόνες, το μοντάζ, η χρήση και το ύφος της αφήγησης, η χρήση μουσικής κτλ.. συμβάλουν στο να έχουμε τελικά μια εικόνα ή ένα σύνολο εικόνων που διαμορφώθηκε με πολύ συγκεκριμένους τρόπους για να εξυπηρετήσει αντίστοιχα πολύ συγκεκριμένους σκοπούς.

Η εκπαίδευση ωστόσο σήμερα αντιμετωπίζει την εικόνα σαν κάτι ανούσιο και διακοσμητικό, χωρίς κώδικα και χωρίς μήνυμα. Παραμένει αδιάφορη στους κώδικες επικοινωνίας που χρησιμοποιούνται εξώ από το σχολείο, επιμένοντας να χρησιμοποιεί για όλα τα ζητήματα που διαπραγματεύεται μια καθαρά λεκτική επικοινωνία, μια γλώσσα «χωρίς όραση», «τυφλή» και αν-αισθητική. Επιμένει να εστιάζει, να μελετά και να αξιοποιεί μόνο το γλωσσικό σημειωτικό σύστημα, παραμελώντας έτσι τη σπουδαιότητα και την ανάγκη για τη διδασκαλία και χρήση και των άλλων τρόπων επικοινωνίας και των άλλων σημειωτικών συστημάτων. Κατά συνέπεια, αν και η ποσότητα των οπτικών κειμένων που χρησιμοποιούνται στη σχολική πρακτική έχει αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με τα παλαιότερα χρόνια, ωστόσο η λειτουργία της εικόνας είτε αυτή αφορά τα σχολικά εγχειρίδια είτε τις προφορικές διδασκαλίες των ίδιων των εκπαιδευτικών, παραμένει παραδειγματιστική και πολύ συχνά περιορίζεται στο ρόλο της εικονογράφησης και της υποστήριξης του περιεχομένου του κειμένου ή της παράδοσης του εκπαιδευτικού στην τάξη.

Για παράδειγμα, σε ένα πιθανό μάθημα για τη φτώχεια, την πείνα και την εξαθλίωση σε μια αναπτυσσόμενη χώρα, η χρήση σε ένα σχολικό εγχειρίδιο μιας εικόνας που απεικονίζει ένα υποσιτισμένο παιδί δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτυγχάνει μια ολοκληρωμένη παρουσίαση του συγκεκριμένου προβλήματος μέσω ενός άλλου σημειωτικού κώδικα όπως είναι ο οπτικός, στο βαθμό που μια εικόνα από μόνη της, ως ένα κλειστό και απομονωμένο παράδειγμα, δεν είναι αρκετη για να εξηγήσει ένα πολύπλοκο φαινόμενο όπως αυτό, τα αίτια του οποίου μπορούν να εντοπιστούν σε μια σειρά διαφορετικών παραγόντων, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους με ποικίλους και συχνά αντιφατικούς τρόπους. Επιπλέον, ακόμα και στην περίπτωση, την οποία συχνά συναντούμε στο σχολείο, όπου ο εκπαιδευτικός στο πλαίσιο της παρουσίασης ενός θέματος χρησιμοποιεί και παρουσιάζει στους μαθητές του περισσότερες από μία εικόνες, στο βαθμό που αυτές που δε συνδέονται μεταξύ τους με κάποιο λογικό τρόπο έτσι ώστε να δίνουν μια πιθανή εξήγηση του υπό διερεύνση προβλήματος, δε μπορούν να συμβάλλουν στην αποκάλυψη των πιθανών αιτιακών σχέσεων που οδηγούν στην ερμηνεία του.

Αυτό που χρειάζεται να γίνει είναι τα διάφορα προβλήματα που παρουσιάζονται στην τάξη να επιδιώκεται να προσεγγίζονται, να διερευνώνται και τελικά να ερμηνεύονται όχι μόνο μέσω της αξιοποίησης του γλωσσικού κώδικα,  αλλά και με τη δημιουργία από τους εκπαιδευτικούς και κυρίως από τους ίδιους τους μαθητές κατάλληλων οπτικών αφηγημάτων, με τη χρήση εικόνων που θα συνδέονται μεταξύ τους τόσο θεματολογικά όσο και αφηγηματικά, σε μια προσπάθεια να αποτυπωθούν οι πιθανές διαδρομές που οδηγούν στην «εξιχνίαση» του προβλήματος που τίθεται κάθε φορά. Πολύ περισσότερο, στο πλαίσιο μια τέτοιας πρακτικής, οι μαθητές είναι απαραίτητο να διδαχθούν και να χρησιμοποιούν διάφορες αφηγηματικές τεχνικές (όπως είναι το κολάζ, το flashback, to cropping), να επιλέγουν κάθε φορά τη μορφή και το υλικό της κάθε εικόνας, να κάνουν χρήση υπότιτλων, καθώς και διαφορετικών τεχνικών κατασκευής, χρωματισμών, οπτικών γωνιών κτλ.. Επιπλέον, είναι απαραίτητο για κάθε σχολείο να διαθέτει μια φωτοθήκη με εικόνες κάθε μορφής, η οποία θα είναι δυναμική και θα ανανεώνεται συνεχώς, και θα περιλαμβάνει όχι μόνο εικόνες που αναφέρονται σε ζητήματα που άπτονται του σχολικού ενδιαφέροντος, αλλα και εικόνες που αφορούν την προσωπική οπτική πραγματικότητα των ίδιων των μαθητών.

Μια τέτοια εκπαιδευτική διαδικασία, όπου θα παραμεριζόταν ο εικονογραφικός ρόλος της εικόνας και θα αντιμετωπιζόταν ως ένας άλλος κώδικας τον οποίο μπορούμε να χρησιμοποιούμε σε κάθε επικοινωνιακή περίσταση, θα έδινε τη δυνατότητα στους μαθητές να αποκτήσουν σταδιακά την απαραίτητη γνώση που θα τους επέτρεπε να εκφράζονται για τα διάφορα ζητήματα που προκύπτουν στο σχολείο αλλά και στην καθημερινή τους ζωή μέσα από τις δικές τους προσωπικές εικόνες, ενώ παράλληλα θα είχαν την ικανότητα να ερμηνεύουν σωστά και να αντιστέκονται σε κάθε οπτική κατασκευή που λειτουργεί εις βάρος της επικοινωνίας τους και στοχεύει στην εκμετάλευσή τους.

Με αυτόν τον τρόπο θα διαπιστώναμε ίσως ότι ακόμα και αυτή η «εικονική πραγματικότητα» που ζούμε σήμερα έχει το «κουμπί της». Αρκεί να διδαχθούμε τη χρήση του και θα μπορούμε να τη διαλύουμε και να την ξανασυνθέτουμε με τους δικούς μας όρους, χρησιμοποιώντας εκείνο το συνωμοτικό χαμόγελο της απόλαυσης που έχουν τα παιδιά όταν διαλύουν και ξανασυνθέτουν τα παιχνίδια τους και το οποίο προέρχεται από την ανακάλυψη κρυμμένων στοιχείων και τη δημιουργική παραβίαση των κανόνων που διέπουν την επικοινωνία.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Barthes, R. (1979). Μυθολογίες–Μάθημα: εναρκτήρια παράδοση στην έδρα της Φιλολογικής Σημειολογίας της Λογοτεχνίας στο College de France. Αθήνα: Ράππα.

Barthes, R. (1988). Εικόνα–μουσική–κείμενο (Μετ. Γιώργος Σπανός). Αθήνα: Πλέθρον.

Berger, J. (1993). H εικόνα και το βλέμμα. Αθήνα: Οδυσσέας

Bourdieu, P. (1990). The Social Definition of Photography, στο: Photography: A Middle–brow Art, (P. Bourdieu et al, επιμ.). Stanford: Stanford University Press, 73–98.

Downing, D. & Bazargan, S. (eds.). (1991). Image and Ideology. New York: State University of New York Press.

Hutcheon, L. (1989). Text–image border tensions, The Politics of Postmodernism. London: RKP, 118–140.

Kress, G. & Hodge R. (1988). Social Semiotics. Oxford: Polity Press.

Μεταξιώτης, Γ. (2004). Η εικόνα ως εκπαιδευτικό παράδειγμα, στο:  (Τσολάκης Χ. et al., επιμ.) Νεοελληνική Γλώσσα για το Γυμνάσιο, Βιβλίο του Δασκάλου. Aθήνα: ΟΕΔΒ.

Mitchell, W. J. Thomas. (1986). Iconology: Image, Text, Ideology. Chicago: University of Chicago Press.

Mitchell, W. J. Thomas. (1994). Picture Theory: Essays on Verbal and Visual Representation. Chicago: University of Chicago Press.

Paschalidis, G. (1996). Introduction to the Analysis of Photographic Meaning. European Journal for Semiotic Studies, 8: 689-706.

Umberto, E. (1988). Θεωρία Σημειωτικής (μετ. Έφη Καλλιφατίδη). Αθήνα: Γνώση.

Χοντολίδου, Ε. (2001). Εισαγωγή στην έννοια της πολυτροπικότητας, διαθέσιμο στο διαδίκτυο στο: http://www.komvos.edu.gr/periodiko/periodiko1st/thematikes/3/index.htm (ανάσυρση: 20/12/2006)

* Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ” (www.eleftheria.gr), Αρ. Φύλλου 29.909, σ.16, 15 Απριλίου 2007.

Του Τάσου Α. Μπάρμπα*

Η τηλεόραση από τα πρώτα της βήματα μέχρι και σήμερα, την εποχή των νέων τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας, αποτελεί ακόμη –παρά τις αντίθετες προβλέψεις– το πιο ισχυρό και δημοφιλές Μέσο Μαζικής Επικοινωνίας. Κι αυτό γιατί, σε σχέση με τα άλλα νέα Μέσα (π.χ. το διαδίκτυο), έχει τη δυνατότητα να αξιοποιεί μια σειρά από συγκριτικά πλεονεκτήματα που διαθέτει λόγω της προύπαρξής της και τα οποία της επιτρέπουν προς το παρόν να υπερτερεί. Ενδεικτικά, αρκεί να πούμε ότι, όλοι διαθέτουν τηλεόραση ή μπορούν να έχουν πρόσβαση με κάποιον τρόπο σε αυτήν, όλοι κατανοούν τη γλώσσα της –ή αλλιώς η τηλεόραση στη διαδρομή της έχει καταφέρει να εκπαιδεύσει στη (οπτική) της γλώσσα όλους εκείνους που την παρακολουθούν–, όλοι ξέρουν πώς να τη χρησιμοποιούν και, κυρίως, μπορεί να «πουλά» τα πάντα: οι άνθρωποι απευθύνονται σε αυτή για όλες τους τις ανάγκες (πληροφόρηση, ψυχαγωγία, θρησκεία κτλ.).

Ωστόσο, η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και οι δραματικές αλλαγές που προμηνύει για το μέλλον η εμφάνισή τους στο χάρτη της επικοινωνίας δεν την αφήνει καθόλου αδιάφορη. Αντιθέτως, την οδηγεί σε μια εντατική προσπάθεια που στόχο έχει από τη μια πλευρά τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της και από την άλλη τον ακόμα μεγαλύτερο έλεγχο του κοινού της εντείνοντας έτσι τη μαζικοποίησή του. Στο πλαίσιο αυτών των επιλογών της, η τηλεόραση, εστιάζει σήμερα σχεδόν αποκλειστικά στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα που είναι πιο δεκτικά στους σχεδιασμούς της και τα οποία υπήρξαν πάντοτε η βάση της, μετατρέποντας το σύνολο σχεδόν του προγράμματός της σε μια ελαφριά και φθηνή (ως προς την παραγωγή της) ψυχαγωγία. Απορρίπτει έτσι ή ανασχεδιάζει και τις τελευταίες λίγες «ποιοτικές» εκπομπές της, οι οποίες της έδιναν μέχρι τώρα όχι μόνο ένα ένα άλλοθι πολιτισμού, αντικειμενικότητας ή ουσιαστικής προσφοράς αλλά και ένα αντιστάθμισμα στην ανελέητη κριτική που δέχεται από τη γέννησή της.

Στο νέο αυτόν απόλυτα ψυχαγωγικό  προσανατολισμό της τηλεόρασης, αποδέκτης στην άλλη άκρη, στον καναπέ του σπιτιού του, βρίσκεται κι αυτή τη φορά, πιστός, ο μέσος (τηλε)θεατής, ο οποίος, μη διαθέτοντας τη γνώση (και συνεπώς τη δυνατότητα) να αναγνωρίσει τις συμβάσεις και τους κώδικες της, τις οπτικές κατασκευές της και τη σχέση τους με την πραγματικότητα, μένει σήμερα περισσότερο από ποτέ αβοήθητος στις μεθοδεύσεις της «μαγικής» του οθόνης. Ταλαντευόμενος ανάμεσα στους φόβους και τις επιθυμίες που τόσο «αθόρυβα» η τηλεόραση τού καλλιεργεί, καταλήγει τελικά να πιστεύει και συχνά να προσδοκά για τον εαυτό του αυτόν τον τηλεοπτικό κόσμο που του παρουσιάζεται καθημερινά και ο οποίος, δυστυχώς, στην τελευταία σύγχρονη εκδοχή του, όχι μόνο τείνει να αγγίξει την επιστημονική φαντασία, αλλά, το κυριότερο, αποδεικνύει ότι η τηλεόραση ως Μέσο έχει ξεπεράσει πια και τα τελευταία όρια της ηθικής ευθύνης απέναντί στο κοινό της.

Στο πλαίσιο αυτής της διαπίστωσης, αξίζει ίσως μια (ακόμη) συνοπτική και συνολική αποδομητική ματιά στον τρόπο που η τηλεόραση λειτουργεί, στη γλώσσα που χρησιμοποιεί, στον τρόπο που σχεδιάζει και παρουσιάζει τις εικόνες της και τη σχέση της με την πραγματικότητα.

 Η τηλεόραση και οι «διαχειριστές» της

Αν και συχνά η κριτική μας για την τηλεόραση απευθύνεται με έναν αόριστο τρόπο στη συσκευή που όλοι έχουμε στα σπίτια μας, ωστόσο δεν θα διαφωνήσει κανείς με την απλοϊκή διαπίστωση ότι δεν αποφασίζει η ίδια για το περιεχόμενο και την ποιότητα των προγραμμάτων που μας μεταδίδει.  Πίσω από αυτό το «κουτί με τις εικόνες», το «βρόμικο», το «ενοχλητικό», μαζί με μια σειρά από άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς που κατά καιρούς το έχουν προσδώσει οι επικριτές του, εκτός από ένα σύνθετο τηλεπικοινωνιακό σύστημα που υποστηρίζει τεχνικά και διαμορφώνει τελικά ένα Μέσο επικοινωνίας με τεράστιες δυνατότητες, υπήρχαν πάντοτε κάποιοι που αποφάσιζαν για τη χρήση και την αξιοποίησή του και οι οι οποίοι με τις επιλογές τους διαμόρφωσαν στη διάρκεια του χρόνου και τη φυσιογνωμία του: εκείνοι που το κατέχουν.

Από τα πρώτα κιόλας βήματα της τηλεόρασης ήταν περισσότερο από εμφανή δύο βασικά της χαρακτηριστικά: η απεριόριστη δύναμή της και οι οικονομικές της απαιτήσεις ως προς τη λειτουργία της. Δεν μπορούσε τότε, αλλά ούτε και σήμερα να κατέχει και να ελέγχει έναν τηλεοπτικό σταθμό όποιος απλά το επιθυμούσε. Το δαπανηρό κόστος λειτουργίας τής τηλεόρασης αλλά και η διαφαινόμενη υπόσχεσή της για επιρροή σε όλα τα πεδία θα την  οδηγήσουν σταδιακά, εκτός από το κράτος, που θα την «χρησιμοποιήσει» διαχρονικά με ποικίλους τρόπους, στα χέρια εκείνων που είχαν και το κίνητρο και τη δυνατότητα να την ελέγχουν: τις εταιρίες και τους μετόχους τους.

Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ήταν η τηλεόραση ως μια επιχειρηματική επένδυση να θέσει στην ατζέντα της, πάνω και πριν από όλα, έναν και μόνο κυρίαρχο στόχο για τους «διαχειριστές» της: το κέρδος. Οργανώνοντας τη λειτουργία και τη φυσιογνωμία της γύρω από αυτό το κίνητρο, θα αναπτύξει την κατάλληλη γλώσσα και θα επιλέξει από πολύ νωρίς το βασικό κοινό που θα απευθυνθεί: τη μάζα, τα χαμηλά μορφωτικά και κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά της οποίας θα την καθιστούσαν πιστό σύμμαχο στην πορεία της, ευάλωτη και χειραγωγήσιμη σε κάθε τύπου εικόνες που θα επιχειρούσε να της πουλήσει. Εικόνες που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έπρεπε να κρατήσουν όσο το δυνατό περισσότερο την τηλεόραση ανοιχτή και τους (τηλε)θεατές μπροστά από αυτήν καθηλωμένους στον καναπέ τους, περιμένοντας ανυπόμονα τις καταναλωτικές «οδηγίες» και «ευκαιρίες» της ημέρας.

Τηλεόραση και διαφήμιση

Οι πιο σημαντικές εικόνες για την τηλεόραση υπήρξαν πάντοτε οι διαφημιστικές εικόνες. Κι αυτό γιατί είναι οι μόνες που που πάνω και πριν από όλα επιθυμεί να «πουλήσει» στο κοινό της: της αποδίδουν οικονομικά, χρηματοδοτούν την ύπαρξή της και αυξάνουν κατά πολύ τα κέρδη της. Η τηλεόραση θα συνδέσει έτσι από νωρίς την επιβίωση αλλά και την κερδοφορία της με τη διαφήμιση, ενώ όροι όπως χορηγοί, διαφημίσεις, διαφημιστές, τηλεθέαση, τηλεμέτρηση κ.ά. θα ενσωματωθούν γρήγορα στο λεξιλόγιο της αποτελώντας πλέον κυριολεκτικά την πεμπτουσία της.

Το γεγονός αυτό όχι μόνο θα δώσει γρήγορα ώθηση στην ανάπτυξη μια τεράστιας διαφημιστικής βιομηχανίας, αλλά θα λειτουργήσει καθοριστικά και στην διαμόρφωση της φιλοσοφίας της λειτουργίας της τηλεόρασης. Ο σχεδιασμός του προγράμματός της στο σύνολό του, οι επιλογές των εικόνων και ο τρόπος προβολής τους, η γλώσσα, οι κώδικες και οι συμβάσεις που θα αναπτύξει και θα χρησιμοποιεί, όλα θα προσαρμοστούν στους όρους της αγοράς. Όσο μεγαλύτερο το κοινό που την παρακολουθεί τόσο μεγαλύτερο το καταναλωτικό κοινό που θα παρουσιάσουν τα προϊόντα τους οι διαφημιστές. Έτσι, η τηλεόραση πουλά ακριβά τον τηλεοπτικό της χρόνο για διαφήμιση και οι διαφημιστές απευθυνόμενοι σε ένα μεγάλο κοινό μπορούν να προσδοκούν αντίστοιχα μεγέθη γα τις πωλήσεις τους.

Αυτή η οικονομική αλληλεξάρτηση θα οδηγήσει την τηλεοπτική και τη διαφημιστική βιομηχανία σε μια επιτυχημένη και στενή συνεργασία.  Με κοινό στόχο την αύξηση των κερδών τους θα αξιοποιήσουν η μία την άλλη και θα εργαστούν συστηματικά και επι δεκαετίες χειραγωγώντας και εκπαιδεύοντας το τηλεοπτικό κοινό έτσι ώστε να σκέφτεται, να αντιλαμβάνεται και να επιθυμεί τον κόσμο με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Αξιοποιώντας τη δύναμη της εικόνας που προσφέρει η τηλεόραση, η βιομηχανία της διαφήμισης θα ξοδέψει δισεκατομμύρια και θα χρησιμοποιήσει τα πιο δημιουργικά μυαλά της αγοράς για να το μηύσει και να το εθίσει σε μια οπτική διαφημιστική γλώσσα που οργανώνεται γύρω από τις επιθυμίες και η οποία υπόσχεται διαρκώς να αλλάξει τη βαρετή και μονότονη, όπως υπονοεί, ζωή του με μοναδικό αντίτιμο την τιμή του προϊόντος που του προτείνει κάθε φορά να αγοράσει.  Κατασκευάζοντας, η διαφήμιση, έναν αληθοφανή τηλεοπτικό κόσμο με τους δικούς της όρους, γοητευτικό, γεμάτο ψευδαισθήσεις, θα επιδιώξει επίμονα να αποσπάσει την προσοχή των (τηλε)θεατών, να τους παρασύρει και τελικά να τους μετατρέψει σε ανεγκέφαλους καταναλωτές προϊόντων που δεν χρειάζονται.

Αποτέλεμα αυτής της τηλεοπτικής διαφημιστικής πρακτικής και γλώσσας είναι να έχουμε σήμερα τη διαμόρφωση ανθρώπων οι οποίοι, επηρεασμένοι κυρίως από τη «μαγική» τους οθόνη (και όχι μόνο), με έναν εγκέφαλο γεμάτο από λογότυπα εταιριών, καθένα από τα οποία είναι συνδεδεμένο με «υψηλές» αξίες της εποχής όπως, κοινωνική καταξίωση, πλούτο, στυλ κτλ., καταλήγουν τελικά να απομονώνται και να αποπροσανατολίζονται από τις πραγματικές τους ανάγκες, από όλα εκείνα που έχουν πραγματικά αξία στη ζωή τους και να αναζητούν εναγωνίως τρόπους για να αποκτήσουν πράγματα και χαρακτηριστικά που δεν τους είναι απαραίτητα ούτε για τη επιβίωσή τους ούτε για την ευτυχία τους.

Τηλεόραση και πραγματικότητα

Την τηλεόραση δεν την ενδιέφερε ποτέ το πραγματικό και το συνηθισμένο που αρκετές φορές είναι και βαρετό, αλλά το σπάνιο και το διαφορετικό. Και αυτές τις προσδοκίες θα καλλιεργήσει επί δεκαετίες και στους (τηλε)θεατές της: κανείς δεν ανοίγει την τηλεόρασή του για να παρακολουθήσει εικόνες όπου δεν συμβαίνει τίποτα. Ως αποτέλεσμα αυτής της «οπτικής» της, άμεσα συνδεδεμένης με την οικονομική της φυσιογνωμία,  η τηλεόραση θα εντρυφήσει στο πραγματικισμό (realism). Οι εικόνες της μοιάζουν αληθινές, αλλά δεν είναι. Κι αυτο γιατί παρόλο που επιλέγει ή σχεδιάζει εικόνες της πραγματικής ζωής, γεγονός που της εξασφαλιζει την επιθυμητή αληθοφάνεια, τελικά τις «συντάσσει» με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε αυτά που μας περιγράφει σπάνια θα τα δουμε να συμβαίνουν γύρω μας όπως μας τα αφηγείται. Η τηλεοπτική απεικόνιση του κόσμου είναι κατασκευασμένη και τεχνητή.

Το παράδειγμα μιας οποιασδήποτε τηλεοπτικής σειράς μπορεί να είναι κατατοπιστικό. Οι πρωταγωνιστές της εκεί, στο πλαίσιο ενός και μόνο επεισοδίου, τους παρακακολουθούμε να ζούνε τον απόλυτο έρωτα, την προδοσία, το μίσος, τη χαρά, την απελπισία, το θάνατο, τη δράση, το μυστήριο και άλλα πολλά: μια καθημερινότητα από την οποία απουσιάζει οτιδήποτε «βαρετό» και στην οποία οι ανατροπές, το συναίσθημα και η ένταση αποτελούν όλα μαζί αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινότητάς τους. Ωστόσο, αν και οι οι παραπάνω αναφορές, αν τις δούμε μεμονωμένα, αφορούν εικόνες που αναφέρονται σε γεγονότα υπαρκτά, που συμβαίνουν, ωστόσο η τηλεοπτική «σύνθεσή» τους διαμορφώνει τελικά μια καθημερινότητά που πολύ σπάνια θα συναντήσουμε με αυτούς τους όρους στην πραγματική ζωή.

Η παράπανω «ασυμβατότητα» ανάμεσα στις εικόνες της τηλεόρασης και τις εικόνες της πραγματικής ζωής δεν οφείλεται φυσικά σε κάποια τεχνολογική αδυναμία του Μέσου να περιγράψει την τελευταία. Η απάντηση βρίσκεται στην οικονομική ατζέντα της τηλεόρασης και στη διαρκή της προσπάθεια για περισσότερους τηλεθεατές, περισσότερες διαφημίσεις και περισσότερο κέρδος. Οι τηλεοπτικές ειδήσεις, οι σειρές, οι εκπομπές κάθε τύπου, και κυρίως οι διαφημίσεις, όλες σχεδιάζονται ώστε οι εικόνες τους να κερδίσουν την προσοχή και τη συναίνεσή του τηλεοπτικού κοινού ως προς την ύπαρξη και την αλήθεια τους.  Έτσι, με βάση αυτόν τον κυρίαρχο προσανατολισμό, η τηλεόραση τελικά απεικονίζει και «πουλά» εναν κόσμο που μοιάζει πραγματικός (αλλά δεν είναι), που οι (τηλε) θεατές απολαμβάνουν για «χάρη του» χωρίς να τον συγκρίνουν, που είναι πάντοτε καλύτερος και πιο ενδιαφέρον από τη δύσκολη καθημερινότητά τους, και τον οποίο, συχνά, παρασυρόμενοι από την αληθοφάνεια του και αγνοώντας τον τρόπο της τεχνητής κατασκευής του, πολλοί είναι εκείνοι που αρχίζουν να τον επιθυμούν και πολύ χειρότερα να τον επιδιώκουν.

 Ζωή σαν τηλεόραση

Σήμερα η τηλεόραση έχει καταφέρει να αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της καθημερινής μας ζωής. Έχοντας επιβάλλει τους κώδικές της σε όλα τα πεδία (δημοσιογραφικό, πολιτικό, πολιτιστικό, κοινωνικό, επιστημονικό, ακόμα και αυτό της δικαιοσύνης), μπορεί να «πουλά» τα πάντα, να βρίσκεται στην «καρδιά» της εξουσίας και να απεικονίζει τον κόσμο με τους δικούς της όρους.

Η επιρροή της είναι ισχυρή. Αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι ένα μικρό παιδί σε ηλικία 3 ετών αρχίζει να βλέπει τηλεόραση τρεις ώρες την ημέρα, έχουμε πλέον τη διαμόρφωση ανθρώπων που αποκτούν την εικόνα του κόσμου από αυτήν και πιστεύουν μόνο αυτά που βλέπουν στην «μαγική» τους οθόνη. Τελικό αποτέλεσμα είναι να ζούμε πλέον σε μια καθημερινότητα όπου οι περισσότεροι γύρω μας (κυρίως οι νεώτεροι σε ηλικία), εθισμένοι και συγκρινόμενοι με μια τηλεοπτική αντίληψη του κόσμου που υπονοεί ότι όλοι μπορούν να ζήσουν το απόλυτο όνειρο για δόξα και αναγνωρισιμότητα,  απογοητευμένοι και μελαγχολικοί από τη ζωή τους για όλα εκείνα που δεν τους συμβαίνουν και τους εγκλωβίζουν «άδικα» σε μια αδιάφορη ζωή, περιφέρονται, συμπεριφέρονται και μοιάζουν (εκπληκτικά) με εν δυνάμει τηλεοπτικούς ήρωες, αναμένοντας για τον ευατό τους το μέλλον «που τους αξίζει».

Εν τω μεταξύ, προσδοκώντας την λυτρωτική «αναβάθμισή» τους, απομονωμένοι και αφοσιωμένοι στον κυρίαρχο στόχο τους, συνεισφέρουν με τις επιλογές τους χωρίς ίσως να το καταλαβαίνουν σε μια καθημερινότητα «τηλεοπτικής προσομοίωσης». Μια καθημερινότητα στην οποία κυριαρχεί η ανασφάλεια, η καχυποψία, ο ατομικισμός, το χρήμα, ο καταναλωτισμός και πάνω από όλα η «όμορφη» εικόνα. Μια καθημερινότητα όμως από την οποία, δυστυχώς, φαίνεται να λείπει όλο και περισσότερο η ανθρώπινη επικοινωνία και μαζί με αυτήν κάτι εξαιρετικά σημαντικό: η χαρά. Και χωρίς χαρά δεν υπάρχει ούτε ζωή ούτε ελπίδα …

* Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ” (www.eleftheria.gr), 15/04/2007, Αρ. Φύλλου 29909, σ.16


Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Join 2 other followers

Archives

Twitter Updates

Error: Twitter did not respond. Please wait a few minutes and refresh this page.

Blog Stats

  • 1,399 hits
June 2017
M T W T F S S
« Jan    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  
Follow me on ResearchGate